Πέρασε σκυθρωπός από μπροστά
με μάτια σαν γκρίζους ουρανούς πνιγμένους σε σύννεφα βαριά
να γέρνουν στο χώμα φορτωμένα ντροπή.
Έβρεχαν τα δαγκωμένα χείλη του μ' αλμυρές στάλες
κι ήταν η λαχτάρα να το αντικρίσει κύμα βουβό που έσκαγε
στο στέρνο ανάμικτο με θλίψη.
Πώς να τολμούσε να υψώσει τη ματιά του;
Εκείνο κοίταζε ασάλευτο μπροστά
γεμάτο περηφάνια βαλσαμωμένη να ξεχειλίζει
μες απ' τους μπρούτζινους οφθαλμούς του.
Σκέπαζε σαν μαργαριτάρι στα σταυρωτά του δάχτυλα
καρτερικότητα σπάνια, ζηλευτή.
Μήτε τα χέρια του χρόνου μπορούσαν να λαξεύσουν τη μορφή του.
Στραμμένο στην ανατολή ξαναγεννιόταν πλάι στον ήλιο
απ' τις βαθύχρωμες ανάσες της Αυγής
που απλώνονταν σαν φύσημα παιδιού σ' ουράνιο καμβά.
Κάποτε κούρνιαζε κρυφά στα λυγισμένα γόνατά του
ψελλίζοντας του μυστικά και όνειρα.
Όνειρα που άνθιζαν αργά μαζί με το κορμί του
και σπέρνανε αγάπη στα χωράφια της ψυχής.
Σιβυλλικά στον κόσμο που θρεφόταν μ' αυχμηρές ελπίδες
ξεκάθαρα όμως για το άγαλμα.
Κι όσο τα κυνηγούσε διψασμένος εκείνα ζωντάνευαν
σαν οπτασία αληθινή που ορκιζόταν μέσα της να ζήσει.
Μονάχα εκεί, στα λαγαρά νερά της φαντασίας αντίκριζε τον εαυτό του
κι ήταν πανέμορφος σαν άστρο χρυσαφί που σελαγίζει
ακόμη κι αν κανένας δεν γυρνούσε να το δει.
Πέρασε σκυθρωπός και κοντοστάθηκε
πλάι στο άγαλμα που είχε χρόνια ν' ανταμώσει.
Το γερασμένο του κορμί ανασκιρτούσε
σαν ξέπνοη ελπίδα που την σκεπάζει ορμητικά το τελευταίο ρίγος.
Έγειρε κλαίγοντας στα γόνατά του
δίχως στιγμή να ορθώσει τη ματιά που έσταζε ντροπή.
« Άλλαξα δρόμο κι έσβησε ο ορίζοντας
όπως κι η φλόγα που έκαιε στη ψυχή μου.
Οι μέρες μου έστηναν μικρές παγίδες, αδιόρατες
και βρέθηκα μπλεγμένος στα πονηρά δίχτυα του χρόνου.
Δεν έφταιγα όμως.
Πρέπει να με πιστέψεις γιατί εγώ δεν μπόρεσα.
Κράτησα όσο βάσταγε η καρδιά μου
μέσα στην έρημο που έχτιζα με ιδρώτα τα όνειρά μου
προτού χαθώ στα όνειρα των άλλων.
Εσύ δεν άλλαξες. Όμως εσύ ήσουν ήρωας.
Και μόνο οι ήρωες μπορούν να προχωρούν μπροστά μονάχοι.»
Διδάχος Άγγελος
με μάτια σαν γκρίζους ουρανούς πνιγμένους σε σύννεφα βαριά
να γέρνουν στο χώμα φορτωμένα ντροπή.
Έβρεχαν τα δαγκωμένα χείλη του μ' αλμυρές στάλες
κι ήταν η λαχτάρα να το αντικρίσει κύμα βουβό που έσκαγε
στο στέρνο ανάμικτο με θλίψη.
Πώς να τολμούσε να υψώσει τη ματιά του;
Εκείνο κοίταζε ασάλευτο μπροστά
γεμάτο περηφάνια βαλσαμωμένη να ξεχειλίζει
μες απ' τους μπρούτζινους οφθαλμούς του.
Σκέπαζε σαν μαργαριτάρι στα σταυρωτά του δάχτυλα
καρτερικότητα σπάνια, ζηλευτή.
Μήτε τα χέρια του χρόνου μπορούσαν να λαξεύσουν τη μορφή του.
Στραμμένο στην ανατολή ξαναγεννιόταν πλάι στον ήλιο
απ' τις βαθύχρωμες ανάσες της Αυγής
που απλώνονταν σαν φύσημα παιδιού σ' ουράνιο καμβά.
Κάποτε κούρνιαζε κρυφά στα λυγισμένα γόνατά του
ψελλίζοντας του μυστικά και όνειρα.
Όνειρα που άνθιζαν αργά μαζί με το κορμί του
και σπέρνανε αγάπη στα χωράφια της ψυχής.
Σιβυλλικά στον κόσμο που θρεφόταν μ' αυχμηρές ελπίδες
ξεκάθαρα όμως για το άγαλμα.
Κι όσο τα κυνηγούσε διψασμένος εκείνα ζωντάνευαν
σαν οπτασία αληθινή που ορκιζόταν μέσα της να ζήσει.
Μονάχα εκεί, στα λαγαρά νερά της φαντασίας αντίκριζε τον εαυτό του
κι ήταν πανέμορφος σαν άστρο χρυσαφί που σελαγίζει
ακόμη κι αν κανένας δεν γυρνούσε να το δει.
Πέρασε σκυθρωπός και κοντοστάθηκε
πλάι στο άγαλμα που είχε χρόνια ν' ανταμώσει.
Το γερασμένο του κορμί ανασκιρτούσε
σαν ξέπνοη ελπίδα που την σκεπάζει ορμητικά το τελευταίο ρίγος.
Έγειρε κλαίγοντας στα γόνατά του
δίχως στιγμή να ορθώσει τη ματιά που έσταζε ντροπή.
« Άλλαξα δρόμο κι έσβησε ο ορίζοντας
όπως κι η φλόγα που έκαιε στη ψυχή μου.
Οι μέρες μου έστηναν μικρές παγίδες, αδιόρατες
και βρέθηκα μπλεγμένος στα πονηρά δίχτυα του χρόνου.
Δεν έφταιγα όμως.
Πρέπει να με πιστέψεις γιατί εγώ δεν μπόρεσα.
Κράτησα όσο βάσταγε η καρδιά μου
μέσα στην έρημο που έχτιζα με ιδρώτα τα όνειρά μου
προτού χαθώ στα όνειρα των άλλων.
Εσύ δεν άλλαξες. Όμως εσύ ήσουν ήρωας.
Και μόνο οι ήρωες μπορούν να προχωρούν μπροστά μονάχοι.»
Διδάχος Άγγελος