30 Οκτωβρίου 2017

Περί συμβόλων

     Το μεγαλύτερο πλήγμα στην εθνική μας περηφάνια θα ήταν μία μηχανή του χρόνου. Εκεί θα βλέπαμε τις ακατάλληλες σκηνές με τις προσμείξεις, με διαφορετική συχνότητα σε διαφορετικά γεωγραφικά τμήματα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους. Κανείς δεν μπορεί να επαληθεύσει, ούτε καν να ορίσει γενετικά τον ελληνισμό του. (Και οι αναφορές στον προπάππου δεν φτάνουν, λυπάμαι). Οπότε ερχόμαστε στο σημείο που πρέπει να αποδεχτούμε, καλώς ή κακώς, ότι είναι η υιοθέτηση (ορισμένων) κοινών συμβόλων αυτή που δίνει νόημα στη λέξη «ελληνισμός». Βέβαια, εδώ έρχεται ένα κονστρουξιονιστικό σφοντύλι (για όσους έχουν μάτια να το δουν) που μας επισημαίνει ότι τα σύμβολα είναι κατασκευάσματα και μας το χαλάει λιγάκι, κάνοντας τα πράγματα ακόμη πιο ασαφή. Τα σύμβολα είναι ωφέλιμα στο βαθμό που συνειδητοποιούμε ότι είναι σύμβολα. Αντικειμενική ιερότητα δεν υφίσταται. Όποιος μπορεί να δει σφαιρικά τα πράγματα το συνειδητοποιεί. Και με τη σειρά της, η συνειδητοποίηση αυτή οδηγεί στη διαμόρφωση ενός προοδευτικού και ελευθεριακού εθνικού χαρακτήρα. Εδώ η σχετικότητα είναι αποδεκτή και συνυπάρχει με τη συλλογικότητα. Αυτή είναι η καταπληκτική λεπτομέρεια που δυστυχώς λίγοι αντιλαμβάνονται. Λέω δυστυχώς, διότι η αδυναμία να συλλάβει κανείς πώς είναι δυνατόν η σχετικότητα να συνυπάρξει με τον συμβολισμό και τις κοινωνικές του προεκτάσεις είναι αυτή που οδηγεί στον αυταρχισμό. Εκεί δηλαδή που βασιλεύει ο παραλογισμός και τα σύμβολα έχουν πλέον λάβει θρησκευτική ιερότητα. Εκεί που έχει χαθεί στην ουσία όλο το νόημα του συμβολισμού και η σημαία έχει μετατραπεί από σύμβολο σε δόγμα. Και έτσι λοιπόν, διαφορετικοί άνθρωποι που πιστεύουν σε διαφορετικά δόγματα -όλοι με το ίδιο πάθος και την ίδια ζέση- θα συνεχίσουν να σφάζουν και να σφάζονται, σαν σύγχρονοι σταυροφόροι, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Γιατί; Διότι, πολύ απλά δεν είχαν το θάρρος ή (στην χειρότερη) το πνευματικό υπόβαθρο να ορίσουν τον εαυτό τους και με ανθρώπινους- όχι μόνο εθνικούς- όρους. Όσοι λοιπόν πραγματικά επιζητούν ειρήνη και συνύπαρξη, μιλώντας φυσικά πρωτίστως σε εθνικό και όχι παγκόσμιο επίπεδο, οφείλουν να αμφισβητήσουν την ιερή διάσταση των συμβόλων -όσο επίπονο και τρομακτικό κι αν είναι αυτό ψυχολογικά- και να προσδώσουν σε αυτά μια νέα εννοιολόγηση, ανοιχτή στην ποικιλομορφία και προσανατολισμένη προς ένα συλλογικό όραμα.

17 Οκτωβρίου 2017

Να ζει κανείς; Γιά(τι) να μη ζει; Δεν το κατάλαβα

     Η πρώτη εντύπωση παίζει πάντοτε μεγάλο ρόλο αν επιδιώκεις να μπεις στο επίκεντρο της προσοχής. Ιδιαίτερα εάν σκοπεύεις να αναπτύξεις γραπτά μια σκέψη -όπου περιορίζεις αυτομάτως το μέγεθος του φιλοθεάμονος κοινού- η αρχική πρόταση πρέπει να προκαλεί έντονη περιέργεια ή τέρψη. Τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα όταν θέλεις να αναπτύξεις ένα θέμα πάνω στο οποίο οι άνθρωποι δεν θέλουν να στοχάζονται, όπως αυτό που θα αναφερθεί προσεχώς. Ωστόσο, εάν έχεις γράψει ήδη τέσσερις περιόδους και έχεις καταφέρει να διατηρήσεις την προσοχή του αναγνώστη, δίχως ουσιαστικά να έχεις διατυπώσει τίποτα το ουσιώδες, τότε επιτρέπεται να προχωρήσεις στο θέμα ταμπού όπου στην προκειμένη ακούει στη λέξη αυτοκτονία.

     Είναι η αυτοκτονία ταμπού; και γιατί άραγε να συνεχίσω να διαβάζω αυτό το κακογραμμένο κείμενο -το οποίο παρεμπιπτόντως τοποθετεί την θεματική του περίοδο στην δεύτερη παράγραφο- εφόσον το ζήτημα της αυτοκτονίας δεν θα μου προξενήσει χαρά, παρά μόνο μελαγχολία; Στην πραγματικότητα μπορούμε να εκλάβουμε την δεύτερη ερώτηση ως απάντηση στην πρώτη. Τη σήμερον ημέρα, ο ορισμός του ταμπού περιλαμβάνει και μια ψυχολογική, εκτός από ηθική διάσταση. Με απλούστερα λόγια, δεν είναι ανάγκη ένα ζήτημα να είναι ηθικά προσβλητικό ώστε να πεθάνει πάνω στη γέννησή του κατά την διάρκεια μιας συζήτησης. Μπορεί να έχει την ίδια ακριβώς κατάληξη εάν εκλαμβάνεται ως δυνητικά επικίνδυνο για την διατήρηση της πνευματικής ησυχίας μας. Γιατί λοιπόν να διαταράξουμε αυτή τη ψυχική ισορροπία και να αφήσουμε το στυγνό ρεαλισμό να μαγαρίσει με άγχος την καθημερινότητα, που με τόσο κόπο άλλωστε διαμορφώσαμε; Η απάντησή μου είναι κατηγορηματική : διότι ο στοχασμός πάνω σε ζητήματα που είναι φαινομενικά αδιέξοδα και καταθλιπτικά μπορεί να οδηγήσει σε ένα ανώτερο επίπεδο αντίληψης και κατά συνέπεια να συνεισφέρει στη δημιουργία ενός ευρύτερου και πλουσιότερου εννοιολογικά οπτιμισμού. Για να το θέσουμε πιο απλά, στην διατύπωση "Μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι" η απάντηση είναι : Ναι, μακάριοι, στο βαθμό όμως που είναι ικανοί να ορίσουν την μακαριότητα.

     Η βαθιά υπαρξιακή ανησυχία που προκαλεί το ζήτημα του "νοήματος της ζωής" και της αυτοκτονίας, μπορεί στην πραγματικότητα να οδηγήσει στην κατασκευή μιας πιο εκλεπτυσμένης αλλά και συνεκτικής θεώρησης της ζωής. Θα μπορούσαμε να πούμε επομένως ότι η διείσδυση στο άδυτο του παραλόγου μπορεί να δώσει στη ζωή μας άλλη διάσταση!

     Τι είναι ακριβώς σημαίνει το παράλογο; Το παράλογο(absurdity) είναι ένα δάνειο από τη θεωρία του υπαρξισμού που χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει τη συνειδητοποίηση ότι η ζωή μας δεν έχει κανένα απολύτως αντικειμενικό νόημα. Ακόμη περισσότερο, το παράλογο είναι η αντίφαση ανάμεσα στη συνειδητοποίηση αυτή και την πραγματικότητα, το γεγονός δηλαδή ότι συνεχίζουμε να υπάρχουμε -και να διαβάζουμε κείμενα αμφιβόλου ποιότητας- αν και δεν έχουμε λόγο να το κάνουμε. Δυστυχώς η έκταση του κειμένου αυτού δεν φτάνει για να αποδείξει την ανυπαρξία ενός αντικειμενικού νοήματος στη ζωή. Ακόμη περισσότερο, δεν θα έφταναν όλα τα συγγράμματα επιστήμης, όλα τα αδιαμφισβήτητα πορίσματα σχετικά με τον καταλυτικό ρόλο της τυχαιότητας, για κάποιον που αρνείται πεισματικά να απαγκιστρωθεί από έναν "αντικειμενικό" σκοπό. Ο σκοπός αυτός έχει κατά βάθος θρησκευτικό περιεχόμενο, ακόμη και αν ο εκφραστής του ισχυρίζεται το αντίθετο. Πίσω από την ιδέα ότι "κάτι" πρέπει να τελεστεί και ότι η ζωή μας πρέπει να προσαρμοστεί με τρόπο που να εξυπηρετεί αυτό το "κάτι" λανθάνει ένα ισχυρό θρησκευτικό υπόβαθρο. Ο όρος θρησκεία δεν περιορίζεται εδώ στα συμβατικά θρησκευτικά πιστεύω αλλά συμπεριλαμβάνει κάθε μορφή προσωπικής δογματικής πίστης. Η ιδέα ότι κάτι είναι επιβεβλημένο από μια ανώτερη δύναμη - είτε αυτή ορίζεται ως Θεός είτε όχι- και γι' αυτό ακριβώς πρέπει να πραγματωθεί, είναι ουσιαστικά μια προσπάθεια απόδοσης αντικειμενικού νοήματος στη ζωή. Είναι, επαναλαμβάνω, μια βαθιά θρησκευτική θεώρηση της ζωής. Η θρησκεία επομένως, με τον ευρύτερο όρο της, εκλαμβάνεται ως το μόνο στήριγμα μέσα στο χάος της αβεβαιότητας και συχνά οι άνθρωποι παραδέχονται εμμέσως πλην σαφώς ότι είναι η χρησιμότητα της θρησκείας ο κύριος λόγος για τον οποίο την ενστερνίζονται.

      Ας εικάσουμε ότι ορισμένοι από εσάς συνεχίζετε να διαβάζετε για τους δικούς σας προσωπικούς λόγους αυτό το ομολογουμένως περίεργο και κάπως μεταμοντέρνο στη δομή του κείμενο και ας προχωρήσουμε επιτέλους στο (δεύτερο!) κύριο θέμα του. Ας υποθέσουμε επίσης ότι αποδέχεστε, ή  τουλάχιστον αναγνωρίζετε την πιθανότητα ότι η ζωή που ζείτε στερείται αντικειμενικού νοήματος. Γιατί συνεχίζετε να ζείτε; Κι άντε καλά εσείς μπορεί να έχετε τους λόγου σας, γιατί όμως ο συγγραφέας συνεχίζει να ζει;

     Αυτό που προικίζει με νόημα τη ζωή, είναι ουσιαστικά η συνειδητοποίηση της ανθρώπινης ελευθερίας. Η ελευθερία αυτή απορρέει με τη σειρά της από τη συνειδητοποίηση της ανυπαρξίας ενός αντικειμενικού σκοπού. Εάν πράγματι υπήρχε ένας αντικειμενικός σκοπός που έπρεπε να επιτελέσουμε, τότε θα ήμασταν σκλάβοι αυτού του σκοπού. Δεν θα υπήρχε περιθώριο απειθαρχίας. Η ζωή τότε γίνεται μονότονη, διότι η ενόρμηση για προσωπική δημιουργία καταπνίγεται κάτω απ' την υποχρέωση πραγματοποίησης μίας επιταγής. Η ευλογία του ανθρώπου, είναι ότι έχει τη δυνατότητα να θέσει τους προσωπικούς του στόχους, να κατασκευάσει τα προσωπικά του σχέδια. Ακόμη και αν η ελευθερία αυτή περιορίζεται εν μέρει λόγω των υποσυνείδητων σκέψεων που ρυθμίζουν σε υπολογίσιμο βαθμό τη συμπεριφορά, έχουμε πάλι έναν αξιοσημείωτο βαθμό ευελιξίας. Έχουμε τη δυνατότητα να στοχαστούμε πάνω στις συμπεριφορές μας, να βγάλουμε συμπεράσματα για εμάς παρατηρώντας τες και τέλος να τις μεταβάλλουμε. Επιπλέον, δεδομένου ότι η θεωρητική ύπαρξη ενός επιβεβλημένου σκοπού θα προκαλούσε -σε άλλη ίσως περίπτωση- ένα αίσθημα πληρότητας και ικανοποίησης, η εκπλήρωση αυτού του σκοπού θα ήταν στην πραγματικότητα ανεπιθύμητη. Πράγματι, λαμβάνοντας υπόψην ότι κάθε σκοπός έχει ένα τέλος (όπως αυτό όμορφα αντικατοπτρίζεται στην αρχαιοελληνική έννοια του "τέλους"), τι θα μας ωθούσε στην εκπλήρωση αυτού του σκοπού, εφόσον η ικανοποίηση που απορρέει από την υπηρέτησή του, έπαυε να υπάρχει;

     Ευτυχώς ο άνθρωπος έχει μια ασίγαστη επιθυμία για εξερεύνηση και πειραματισμό. Η ανθρώπινη απληστία, παρά τις καταστροφικές συνέπειες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει πολλές φορές, είναι και αυτή κομμάτι της ευλογίας που μας έχει δοθεί από τη φύση. Ο άνθρωπος δεν επαναπαύεται με την επίτευξη ενός στόχου. Παρά την απερίγραπτη αίσθηση ολοκλήρωσης που χαρακτηρίζει μια στιγμή μεγάλης επιτυχίας, ο οργανισμός αργά ή γρήγορα επανέρχεται στην αρχική κατάσταση ισορροπίας και έπειτα ακολουθεί το κυνήγι κάποιου νέου στόχου. Η επίγνωση της έλλειψης αντικειμενικότητας ενός στόχου δε μετριάζει το πάθος της επιδίωξης. Αντιθέτως, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, χαρίζει στον άνθρωπο ένα αίσθημα ελευθερίας και εντείνει την ζωτικότητα αυτής της επιδίωξης. Θα μπορούσε κάποιος να αντιπαραβάλει ότι ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να θέτει συνεχείς στόχους και άρα είναι δέσμιος της ανάγκης του για δημιουργία και εξερεύνηση. Από μια ανθρώπινη σκοπιά όμως το επιχείρημα αυτό χάνει τη δύναμή του, καθώς το άτομο αναπτύσσεται και επωφελείται μέσα από την διαδικασία της επιδίωξης των στόχων του. Παράλληλα, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είναι αρκετά ευέλικτο ώστε να εκφράσει την ανάγκη του για δημιουργία με διαφορετικούς τρόπους. Η ανάγκη λοιπόν σε αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως ένα αέναο κίνητρο με αναρίθμητες δυνατότητες έκφρασης, δίχως να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη και αυστηρά ορισμένη σειρά ενεργειών.

     Ο Αλμπέρ Καμύ, στην προσπάθειά του να περιγράψει τον επαναστατημένο άνθρωπο που παρά τη συνειδητοποίηση του παραλόγου συνεχίζει να ζει και να αγωνίζεται, έκανε μνεία στο μύθο του Σισύφου. Η ζωή χαρακτηρίζεται από αμέτρητες δυσκολίες και εμείς πράγματι, καλούμαστε να βάλουμε κάπως τάξη σε αυτό το χάος, να βρούμε το δικό μας πάτημα. Οι θεοί τιμώρησαν τον Σίσυφο επιβάλλοντας του να σπρώχνει αιώνια έναν βράχο ως την κορυφή ενός βουνού. Κάθε φορά που έφτανε στην κορυφή, ο βράχος ξανακυλούσε κάτω κι ο Σίσυφος έπρεπε από την αρχή να ξεκινήσει την κοπιαστική ανάβαση. Με βάση τη σκοπιά του -κάπως πετυχημένου πια για να φτάσατε ως εδώ- συγγραφέα*, ο βράχος αυτός είναι τα πάθη και οι κακουχίες που πολλές φορές μοιάζουν ανυπέρβλητες. Όμως υπάρχει μια στιγμή, μια μοναδική κάθε φορά στιγμή, όπου ο Σίσυφος φτάνει στην κορυφή και τότε για λίγο ο βράχος μένει ακίνητος κι εκείνος ατενίζει· ευτυχισμένος. Είναι η στιγμή όπου οι στόχοι μας πραγματώνονται, όπου έχουμε ξεπεράσει τα βάσανά μας και βιώνουμε την χαρά στην πιο αγνή μορφή της. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε αυτό που είπε ο Ηράκλειτος, ότι από τα αντίθετα γεννιέται η ωραιότερη αρμονία. Η στιγμή όπου ο Σίσυφος φτάνει στην κορυφή, το αίσθημα που προσφέρει, είναι η απάντηση στην ερώτηση γιατί συνεχίζει κάποιος να ζει και οι προκλήσεις της ζωής είναι μέρος αυτής της απάντησης. Ας μην ξεχνάμε ότι το αίσθημα αυτό είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη σύνθεση μιας σειράς γνωστικών εκτιμήσεων, μνήμης και συναισθημάτων και για το λόγο αυτό δεν θα μπορέσει ποτέ να αναπαραχθεί με την χρήση κάποιου χημικού παρασκευάσματος.

     Θα ήταν όμως άδικο να εξαιρέσουμε όλες εκείνες τις μικρές χαρές που τροφοδοτούν κι αυτές με νόημα τη ζωή. Κατά κάποιο τρόπο, κάθε μια από αυτές μπορεί να θεωρηθεί εξίσου ως το τέλος μιας ακόμη ανάβασης, μια επιβεβαίωση από έναν συνάνθρωπο ή μια ατομική επιβράβευση για αυτό που επιχειρούμε να πετύχουμε ή απλούστατα για αυτό που είμαστε και έχουμε καταφέρει. Τέλος, θα ήθελα να σημειώσω ότι ολόκληρη η επιχειρηματολογία του γιατί ακόμη ζω ήταν μάλλον περιττή. Σε περίπτωση που η ερώτηση αυτή τίθεται όχι από λόγους περιέργειας αλλά από νιχιλιστική σκοπιά, υπονοώντας ότι πρέπει να βάλουμε τέλος στη ζωή μας, τότε μπορούμε να ισχυριστούμε ότι είναι αβάσιμη. Αβάσιμη διότι λαμβάνει ως δεδομένο ότι η ανυπαρξία ενός αντικειμενικού λόγου ύπαρξης συνεπάγεται την αυτοκτονία. Η αυτοκτονία μπορεί να είναι ένα λογικό αποτέλεσμα αυτής της συνειδητοποίησης για κάποιους που δεν κατάφεραν να αντικαταστήσουν τον χαμένο σκοπό με ένα νόημα, ωστόσο δεν είναι φυσικά το αποκλειστικό. Η ερώτηση του γιατί ζούμε, μπορεί να τεθεί από ερευνητική, στοχαστική σκοπιά και όχι από νιχιλιστική, καθώς απορρίπτεται από την ίδια την πραγματικότητα. Ακόμη και αν ισχυριζόμασταν ότι ο άνθρωπος συνεχίζει να ζει γιατί είναι παράλογο ον, τότε ποιος μας εγγυάται ότι η λογική αυτής της ερώτησης δεν είναι και αυτή παράλογη(μιας και έχει παραχθεί από άνθρωπο);
Εάν λοιπόν την επόμενη φορά κάποιος εξυπνάκιας σας ρωτήσει γιατί συνεχίζετε να ζείτε αφού η ζωή δεν έχει αντικειμενικό νόημα (την ίδια ώρα που το καθίκι αυτό συνεχίζει να ζει!) πείτε του απλά "έτσι!" Και αν επιπλέον σας απαντήσει ότι το έτσι δεν είναι λογικό επιχείρημα, στείλτε του αυτό το κείμενο μπας και κάνω καμιά αναδημοσίευση.

     Εύχομαι να συνεχίσετε να ζείτε και ν' αγκαλιάσουμε όλοι μαζί το παράλογο.

                                                                              Άγγελος Διδάχος
* Δεν μιλάμε για τον Καμύ αλλά για εμένα!
                         

19 Αυγούστου 2017

Το γυάλινο βάζο

     Αφού επιμένεις τόσο, θα σου αφηγηθώ λοιπόν τη μικρή ιστορία γι’ αυτό το γυάλινο βάζο που κινεί σε όλους την περιέργεια. Αλλά θα μου υποσχεθείς ότι θα την κρατήσεις μυστική.
     Ήταν ένα αυγουστιάτικο Σάββατο, το θυμάμαι καλά διότι μετρούσα αντίστροφα τις μέρες μέχρι να έρθει εκείνο το απόγευμα. Η σκέψη μου τριγυρνούσε γύρω απ’ το πρόσωπό του, το οποίο είχα να ανταμώσω καιρό κι εμφανιζόταν κάπως θολό στη μνήμη μου. Δεν είναι λίγο ειρωνικό; Το γεγονός ότι η εικόνα ενός ανθρώπου ξεθωριάζει τόσο γρήγορα μέσα στο πέρασμα του χρόνου κι όμως ο αντίκτυπος της αφηρημένης αυτής φιγούρας μένει μέσα μας αναλλοίωτος. Ένας αντίκτυπος βαθύς κι αδιευκρίνιστος. Ξέρω, η σκέψη σου προτρέχει. Ήδη έχεις δώσει την συνήθη ερμηνεία για να εξηγήσεις αυτό που προσπαθώ να σου περιγράψω. Όμως σε διαβεβαιώ ότι κάνεις λάθος. Εάν υπήρχε η κατάλληλη λέξη, δεν θα δίσταζα να την εκφέρω.
     Με θυμάμαι ντυμένη σ’ ένα ανοιχτό λαδί φόρεμα, τόσο απαλό στην απόχρωσή του που έσμιγε σχεδόν με το χρώμα του δέρματός μου. Ποτέ μου δεν αγάπησα τα φορέματα, κι όμως τη μέρα εκείνη φάνταζε τόσο κομψό πάνω μου! Τη μέρα εκείνη θα ορκιζόμουν ότι λατρεύω τα φορέματα. Θυμάμαι μάλιστα χαρακτηριστικά μία κοπέλα που έστεκε λίγα μέτρα μακριά μου να φορά κι αυτή ένα φόρεμα με μπλε και άσπρες ρίγες. Κοιταζόταν συνεχώς στη τζαμαρία ενός μαγαζιού και φέρνοντας το χέρι διακριτικά πίσω απ’ την πλάτη, πίεζε με την τεντωμένη παλάμη τη μέση της, αφήνοντας τις γραμμές του σώματός της να αναδειχθούν. Οποιοσδήποτε άλλος θα παρεξηγούσε την υπερβολική συμπεριφορά της, όμως εγώ ήξερα ότι δεν επρόκειτο για εκδήλωση αυταρέσκειας αλλά για μια προσπάθεια να εξαλείψει το άγχος της. Το ήξερα διότι μπορούσα να διακρίνω την ταπεινότητα μέσα απ’ τ’ ανήσυχο πρόσωπό της. Τότε, παρατηρώντας τη συνομήλικη περίπου κοπέλα, άρχισα κι εγώ ξαφνικά να αγχώνομαι. Είχε περάσει ήδη ένα τέταρτο από τότε που βρισκόμουν στην πλατεία. Ήξερα βέβαια ότι τις περισσότερες φορές καθυστερούσε στα ραντεβού του. Τι κι αν είχε περάσει τόσος καιρός, ο άνθρωπος λένε δεν αλλάζει! Όμως ήμουν βέβαιη ότι η καθιερωμένη αυτή καθυστέρηση σπανίως υπερέβαινε τα δεκαπέντε λεπτά. Σε αντίθεση με την κοπέλα με το ριγέ φόρεμα και τ’ ανοιχτόχρωμα κόκκινα μαλλιά, δεν είχα την πολυτέλεια να κατασβήσω την ανησυχία μου χαζεύοντας μπροστά απ’ τον καθρέφτη. Όσο εκείνη θαύμαζε τις ομολογουμένως θελκτικές πτυχές του σώματός της, εγώ θα εντόπιζα μία σειρά από ατέλειες που θα έκαναν το άγχος μου να κορυφωθεί.
     Ξέρω και πάλι, έχεις αρχίσει να απορείς και είναι άλλωστε λογικό. Τόσο εκτενής αφήγηση για μια ιστορία που αφορά ένα γυάλινο βάζο; Ωστόσο, η μέρα εκείνη είναι τόσο έντονα χαραγμένη στη μνήμη μου που κάθε λεπτομέρεια ζωντανεύει πάνω στην αφήγηση! Αν θες λοιπόν να μάθεις τι συνέβη, είσαι υποχρεωμένη ν’ ακολουθήσεις τη ροή της σκέψης μου. Άλλωστε, μονάχα μια ζωηρή αναπόληση μπορεί να εγγυηθεί την επιτυχία μιας αφήγησης. Έστρεψα το βλέμμα μου λοιπόν προς τους περαστικούς κι άφησα την σκέψη μου να περιπλανηθεί μαζί τους. Μου είχε μάθει πριν χρόνια εκείνο το παιχνίδι που για κάποιο λόγο συνέχισα να παίζω παρόλο που μερικές φορές γινόταν ψυχοφθόρο. Βλέποντας έναν άνθρωπο, ένα ζευγάρι ή ακόμη και μια παρέα ατόμων, έβγαζα μια ιστορία, εν μέρει βασισμένη στην παρατήρησή μου αλλά κυρίως στην φαντασία μου. Γιατί ψυχοφθόρο; Διότι απλούστατα μετά από ένα σημείο είχα συνειδητοποιήσει ότι η δημιουργικότητά μου ήταν περιορισμένη. Αδυνατούσα να κατασκευάσω μια διαφορετική για τον καθένα ιστορία. Άλλοτε οι ιστορίες ήταν σχεδόν ολόιδιες κι άλλοτε διαφορετικές όμως ακόμη και τότε διατρέχονταν από κάποια κοινά μοτίβα. Ένας μεσήλικας που περπατά σκυθρωπός κι αναστοχάζεται μετανιωμένος μια λάθος του επιλογή, μια έφηβη κοπέλα, άγνωρη ακόμη με τον έρωτα, η οποία θα γυρίσει πικραμένη σπίτι ενώ καθεμιά από τις φίλες της θα συναντήσει σε λίγη ώρα το ταίρι της, ένας υπερήλικας σε καροτσάκι ο οποίος επιβίωσε στον πόλεμο λόγω έλλειψης ηρωισμού κι ένα βαθύ αίσθημα ενοχής τον συντροφεύει εδώ και δεκαετίες, ένας νεαρός άντρας που μόλις βρήκε δουλειά σε μια καλή εταιρεία και κατευθύνεται προς κάποιο μαγαζί με ακριβά ρούχα προτού βγει ραντεβού με τη μέλλουσα σύζυγό του, ανακοινώνοντάς της τα ευχάριστα νέα. Όσο ξεχωριστές κι αν φάνταζαν οι ιστορίες μου, γρήγορα ανακάλυψα ότι είχαν κοινή αφετηρία. Κι αυτή δεν ήταν άλλη απ’ τη διάθεσή μου, μασκαρεμένη φυσικά μέσα από περίπλοκες περιστάσεις και συμβολικές ενέργειες. Ευτυχία, προσδοκία, φόβος, απώλεια, μοναξιά, ενοχή. Πίσω απ’ τις χιλιάδες διηγήσεις, οι τίτλοι ήταν επιεικώς μετρημένοι.
     «Θα φτάσεις σ’ ένα αδιέξοδο» μου είχε πει «και τότε θα πρέπει να ξεπεράσεις την φαντασία σου.» Κι όταν τον ρώτησα πώς θα το κάνω εκείνος μου αποκρίθηκε «δεν θέλει σκέψη.» Ύστερα από καιρό κατάλαβα τι εννοούσε. Είναι οι εμπειρίες εκείνες που προικίζουν την φαντασία. «Να κλέβεις συνεχώς χρώματα απ’ τη γη και να τα’ απλώνεις στον ουρανό» μου έλεγε. Έτσι λοιπόν, μέσα απ’ αυτό το παιχνίδι άντλησα δύο πολύ σημαντικά διδάγματα. Πρώτον : ότι η φαντασία περιορίζεται αλλά και εμπνέεται από τις ατομικές μας εμπειρίες. Δεύτερον, και εμμέσως συναγόμενο εκ του πρώτου : ΖΗΣΕ! Κι όσο λοιπόν ζούσα, τα όνειρά μου έπαιρναν πιο σαφή μορφή. Δεν ήμουν πια δέσμια τους αλλά δημιουργός τους. Μία δημιουργός που πρώτα απ’ όλα, είχε πολλά να ζήσει και να μάθει. Ίσως αυτός να ήταν κι ο λόγος που βρισκόμουν εκείνο το Σάββατο στην πλατεία. Επίσης ειρωνικό, δε συμφωνείς; Θυμάμαι με τόση καθαρότητα τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν τη μέρα αυτή, κι όμως δεν είμαι ακόμη σίγουρη γιατί βρισκόμουν εκεί.
     Έχεις δίκιο. Η μνήμη σου δεν σ’ απατά. Τον καιρό εκείνο ήμουν ευτυχισμένη. Γι’ αυτό και δεν είχα μιλήσει σε κανέναν για τη συνάντηση που είχαμε κανονίσει. Ήξερα πως όλοι θα την θεωρούσαν εντελώς παράλογη και το λιγότερο που θα έκαναν ήταν να με κατακρίνουν. Μην ανησυχείς, καταλαβαίνω ότι επαναλαμβάνεις την ερώτηση από απορία δίχως να διακατέχεσαι από επικριτική διάθεση. Όμως παράφρασες τα λόγια μου κάνοντας ένα σημαντικό λάθος. Ποτέ μου δεν ανέφερα τη λέξη «ολοκλήρωση». Η ευτυχία δεν αρκεί, χρειάζονται πολλά παραπάνω. Όχι, δε νομίζω ότι η πρόταση αυτή υποδηλώνει απληστία. Όμως θα συμφωνήσω ότι υπήρχε κάποια δόση απληστίας στην συμπεριφορά μου. Επιζητούσα διαφορετικά πράγματα από διαφορετικούς ανθρώπους. Κι η διαρκής αγωνία να κρατήσω τους ανθρώπους αυτούς κοντά μου με καθιστούσε κάτι σαφώς λιγότερο από «ολοκληρωμένη». Ίσως ο λόγος της παρουσίας μου εκεί να γίνεται τώρα και για τις δυο μας πιο ξεκάθαρος. Τι πράγμα; Αν πίστευα ότι εκείνος μπορούσε να μου προσφέρει όλα όσα ήθελα; Φυσικά και όχι. Είχε φροντίσει ο ίδιος, βλέπεις, να μου το διευκρινίσει πριν χρόνια λέγοντας μου ότι η ολοκλήρωση είναι προσωπική υπόθεση. Ακόμη συλλογίζομαι τα λόγια του. Είναι στιγμές που αποδεικνύονται τόσο σοφά κι αληθινά μα και στιγμές που μοιάζουν τόσο ανούσια και ψεύτικα.

     Ναι, νομίζω πως έφτασε η ώρα να επιταχύνω λιγάκι την αφήγησή μου. Άλλωστε αναλώθηκα υπερβολικά σε σκέψεις. Είχαν περάσει άλλα δέκα λεπτά κι η αγωνία μου όπως φαντάζεσαι είχε κορυφωθεί. Μόνη μου ίσως ανακούφιση, το γεγονός ότι δεν ήταν μόνο το δικό μου ραντεβού αυτό που είχε καθυστερήσει. Η κοπέλα με το ριγέ φόρεμα, κατάχλομη πια, έριχνε μια ματιά στο κινητό της κάθε μισό λεπτό ενώ μια τρίτη γυναίκα λίγο πιο μακριά στριφογύριζε νευρικά απ’ την αδημονία της σαν αγρίμι μέσα σε κλουβί. Γιατί δεν σηκώθηκα να φύγω; Ίσως η αναμονή να ήταν απλώς το τίμημα, αν και ποτέ του ως τότε δεν είχε εμφανίσει την παραμικρή ένδειξη εκδικητικότητας. Βεβαίως και προσπάθησα να του τηλεφωνήσω, όμως το κινητό του ήταν κατειλημμένο και μια σειρά από αναπάντητες θα μαρτυρούσε την αγωνία μου. Ήμουν πολύ περήφανη βλέπεις. Κατά κάποιο τρόπο, η περηφάνεια αυτή με εμπόδιζε απ’ το να αποχωρήσω. Ναι, βρισκόμουν πλέον στη χειρότερη θέση άμυνας, οποιαδήποτε απόφαση κι αν έπαιρνα θα πλήγωνε τον εγωϊσμό μου. Ύστερα από πέντε περίπου λεπτά η τρίτη γυναίκα μας προσπέρασε με ταχύ βήμα εγκαταλείποντας βιαστικά το μέρος. Στρέψαμε κι οι δυο τη ματιά μας πάνω της, συμπονώντας την σιωπηλά για την απόρριψη που μόλις είχε βιώσει. Δεν είχε κάνει παραπάνω από είκοσι μέτρα, όταν ένας άντρας στάθηκε απότομα μπροστά της και της έδωσε ένα λουλούδι. Τότε εκείνη μαρμάρωσε για κάμποσα δευτερόλεπτα κι ύστερα, με σπασμωδικές κινήσεις, ενδεικτικές της αμηχανίας που την κατέβαλλε, έριξε το λουλούδι στο πεζοδρόμιο κι άρχισε να το τσαλαπατά με το πόδι της. Κοιταχτήκαμε για μια στιγμή με την κοπέλα με το ριγέ φόρεμα και είμαι σίγουρη ότι τότε σκεφτήκαμε από κοινού πως θα μπορούσαμε να ήμασταν κι εμείς στην ίδια ακριβώς θέση. Δεν υπήρχε τίποτα επιλήψιμο στη συμπεριφορά εκείνης της γυναίκας. Ή τουλάχιστον έτσι νομίζαμε, διότι στη συνέχεια διαπιστώσαμε ότι ο άντρας εκείνος δεν ήταν παρά ένας ευγενικός πλανόδιος που κρατούσε δυο εναπομείναντα τριαντάφυλλα στα χέρια του.
     Πλησίασε πρώτα την κοπέλα με τα πυρόξανθα μαλλιά κι όταν της έδωσε το τριαντάφυλλο, ένα μικρό χαμόγελο δραπέτευσε από τ’ ανήσυχα χείλη της. «Αυτό είναι από τον Αργύρη» της είπε με μειλίχια φωνή κι εκείνη τον κοίταξε αποσβολωμένη. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα της πάνω μου, ενώ το δεξί της χέρι που κρατούσε το τριαντάφυλλο έτρεμε πλέον ασυγκράτητα. Ο πλανόδιος προχώρησε και στάθηκε μπροστά μου, προσφέροντας μου το τελευταίο και πιο μικρό τριαντάφυλλο. «Από τον Αργύρη» μου είπε χαμογελαστός και κατηφόρισε την πλατεία προτού χαθεί στο λιμάνι. Όταν πια έπαψα να τον κοιτώ και γύρισα το βλέμμα στ’ αριστερά μου, το κόκκινο τριαντάφυλλο της κοπέλας βρισκόταν στο πάτωμα κι εκείνη είχε εξαφανιστεί.
     Θα μπορούσα να δικαιολογήσω σχεδόν κάθε του πράξη. Γνώριζες ότι υπήρχε ένας σοβαρός λόγος πίσω από κάθε ενέργειά του, ακόμη κι αν κάποιες φορές δεν μπορούσες να τον αντιληφθείς. Ήταν πάντοτε διακριτικός, μετρώντας προσεκτικά τα λόγια και τις κινήσεις του. Ακόμη και όταν προσέγγιζε το κορμί μου, το έκανε με κάποιο σεβασμό αν και δεν κρύβω να σου πω πως τούτο κάπως με ενοχλούσε. Όμως εκείνη η πράξη ήταν η πιο αισχρή μορφή ταπείνωσης, συνοδευόμενη από μια αβρή κι αβάσταχτη ειρωνεία.
     Ακριβώς, αυτό το μικρό κλαρί που βλέπεις μες το γυάλινο βάζο έφερε κάποτε πάνω του ένα πορφυρό τριαντάφυλλο. Για κάποιο λόγο δεν μπόρεσα να το πετάξω απ’ τα χέρια μου. Έτσι λοιπόν το εναπόθεσα εδώ, δίπλα απ’ το παράθυρο, σαν υπενθύμιση ότι ακόμη και το όμορφο έχει ανάγκη την προσοχή μας για να παραμείνει όμορφο.


                                                                                     Άγγελος Διδάχος

18 Αυγούστου 2017

Για κλείσιμο

Παραθέτω το τελευταίο κομμάτι απ' τη νουβέλα που γράφω και θα αργήσω -εαν ποτέ καταφέρω- να δημοσιεύσω.

«Υπάρχει αγάπη που να μη γονατίζει στο ολοένα αυξανόμενο άχθος του χρόνου; Το πάθος μας σβήνει αδιόρατα σαν τις χλομές ανταύγειες του γέρματος που αιμορραγούν στο μισοσκότεινο ουρανό. Στην αρχή, μία ακόρεστη δίψα παιδεύει ηδονικά τα χείλη μας. Μέσα απ’ τη λάμψη δυο ματιών τα όνειρά μας θαρρεύουν και ανθίζουν σαν δέντρα που ορθώνονται απ’ το σκοτάδι. Η ζωή μοιράζεται, η έννοια του εαυτού μεγαλώνει κι εξαλείφεται κι εμείς πορευόμαστε γεμάτοι ευτυχία ένα μονοπάτι που ορκιζόμαστε ότι δεν θα τελειώσει. Βαθιά όμως μέσα μας, καθώς οι μήνες και τα χρόνια περνούν, ξέρουμε ότι κάτι λιγοστεύει. Η ανθισμένη αλυσίδα που δένει τις καρδιές μας σιγά σιγά μαλακώνει. Δεν μπορούμε να το δούμε αλλά μπορούμε να το αισθανθούμε, όπως ακριβώς αισθανόμαστε το σκοτάδι να απλώνεται κοιτάζοντας εκείνο το γέρμα, ανήμποροι να αλλάξουμε το παραμικρό μπροστά στις αδυσώπητες δυνάμεις της φύσης.
     Οι άνθρωποι μαγεύονται από το φως των διαττόντων αστέρων. Αφήνουν την φαντασία τους να προσδεθεί στο κατάρτι ενός ουράνιου μετεωρίτη και ρεμβάζουν την πύρινη χαίτη του σαν ταξιδιώτες που χαζεύουν από την πρύμνη τον αφρό της θάλασσας. Κάθε ταξίδι όμως που αφορμάται από τη θύελλα της έξαψης είναι χρεωμένο με ένα πρόωρο τέλος. Τα φλεγόμενα άστρα κομματιάζονται και τα όνειρά μας ξεψυχούν με οδύνη πάνω στα αιχμηρά βράχια της πραγματικότητας. Κι εμείς, σαν τραγελαφικές φιγούρες, πηδάμε από άστρο σε άστρο, από άνθρωπο σε άνθρωπο για να γλιτώσουμε τον πόνο της πτώσης και της μοναξιάς.
     Έπαψα να θαμπώνομαι από τη βροχή των άστρων. Γύρισα το βλέμμα στο φεγγάρι και τότε πλημμύρισε την ύπαρξή μου ένα φως αστείρευτο. Η ευτυχία καρτερεί ταπεινά στην άκρη των ματιών μας. Αν εστιάσεις στις λεπτομέρειες μιας αγνής ψυχής, ξεδιπλώνεται σιωπηλά ένας απέραντος παράδεισος. Ο Έρωτας εκεί δεν είναι παρά ένας διακριτικός φίλος που μας επισκέπτεται μία στο τόσο και μας χαρίζει λίγη απ’ τη δροσιά της νιότης του. Οι στάλες του φεγγαριού ακούγονται απαλά καθώς χύνονται στο σκοτάδι. Όποιος ακολουθεί τα ασημένια χνάρια τους νιώθει το άγγιγμα της Αγάπης να μένει σαν χάδι αγέραστης ιτιάς για πάντα στο κορμί του.»

14 Αυγούστου 2017

Το αντισυμβολικό ποίημα.

Δύο κοπέλες μάλωναν
ποια πρέπει ν' ανυψώσει
το λάβαρο το γαλανό
που έχει μαραζώσει.

"Στα δύο πρώτα τρίμηνα δεν έκανα απουσία
είκοσι σ' όλα έγραψα, τα 'πιανα με τη μία.
Κι αν λείπει ένα δέκατο από τον γενικό μου
η σκρόφα η γυμνάστρια ζηλεύει τον πωπό μου!
Πάντοτε ήμουν φρόνιμη
πιστό κι υπάκουο σκυλί
στις μπούρδες των καθηγητών
έγνεφα κι ήμουν θετική.
Δε λέω, είχα κι άποψη
αλλά τι να την κάνεις;
Σάλιο αβέρτα να πετάς
αλλιώς το σάλιο χάνεις.
Μονάχα εγώ ακολούθησα τους πάντες κατά γράμμα
όμορφη, έξυπνη, σωστή, είμαι σπουδαίο κράμα.
Γι' αυτό τη γαλανόλευκη εγώ θα την κρατήσω
στα like της παρέλασης όλες θα σας πατήσω."

Και πριν προλάβει η καψερή
στο ψώνιο ν' απαντήσει
ο ποιητής μας πάει αλλού
δίχως να μας ρωτήσει.

Ένας φασίστας διευθυντής με ξυρισμένα γένια
κι ένα μουστάκι βρόμικο με μοσχαρίσια χτένια
κήρυγμα δίνει στο λαό, στ' ανήλικα "παιδιά" του
και βγάζει αβέρτα πάνω τους τα αισχρά συμπλέγματά του.
"Το έθνος παιδιά μου βάλλεται
ακούστε με με προσοχή
Εβραίοι και ανθέλληνες
μας καταργούν την προσευχή.
Δίχως την πίστη τι είμεθα;
Τι νόημα έχει η ζωή;
Στον ύπνο μου ήρθε ο Σατανάς
με τη μορφή του Αλμπερ Καμύ.

Μα ένας ξύπνιος μαθητής
ο οποίος τα 'χει πάρει
στον διευθυντή αντιμιλά
μ' αποβολή φλερτάρει.

"Και δε μου λες ρε μπάρμπα εσύ
που 'σαι και εξουσία
το έθνος πώς το μπέρδεψες μ' αγίους και με θεία;
Τώρα λοιπόν πολλά θα πω
και πίσω δεν τα παίρνω
κι αν θέλετε κρεμάστε με
πλακάτ μεταμοντέρνο.
Αφού η ρίζα του Έλληνα
μας λες είν' η θρησκεία
γιατί να μην τιμήσουμε
εξίσου και τον Δία;
Άλλωστε η εντεκάδα του (κι είχε καλή ομάδα)
ενεύπνευσε φιλόσοφους εις την αρχαία Ελλάδα.
Αυτοί μωρέ δεν ήτανε που έδωσαν τα φώτα
όπως μας λες κραυγάζοντας σαν γκαστρωμένη κότα;
Ήτανε Έλληνες αυτοί; ή όχι; μήπως ξέρεις;
και τα "ναι μεν αλλά" κι αυτά βάλ' τα εκεί που ξέρεις.

Σαν άκουσε ο διευθυντής του μαθητή τα λόγια
κόπηκε η ανάσα του, μουδιάσανε τα πόδια.
Τα μάτια του γουρλώσανε απ' ακραιφνή κακία,
κοκκίνησε σαν αστακός σε ηλιοθεραπεία.
Πόνος βαρύς στην πλάτη του
μυρμήγκια στους κροτάφους
σωριάστηκε και θάφτηκε
πλάι σε άλλους τάφους.

Μα όπως είπαμε και πριν
η ποιητική αδεία
μας ταξιδεύει άκομψα
σε άλλη ιστορία.

Οκτώβρης του 18 και ένας διμοιρίτης
απο πειθήνιος μαθητής γίνεται τώρα αλήτης.
Τη μάνα του την έχασε πριν από δύο μήνες
για φάρμακα και γιατρειά δεν είχαν μείνει χήνες.
Και ο μπαμπάς του ο δυστυχής πάνω σ' ένα καρότσι
ένα στερνό επίδομα, κι αυτό του το 'χουν κόψει.
Έτσι λοιπόν σαν προχωρά κι όπως προβλέπει η νόρμα
δέκα παπάρες συναντά πάνω σε μια πλατφόρμα.
Αράζουν σαν Αρμένιοι κοιτούν σαν μεθυσμένοι
μες σε καρέκλες μαλακές είν' όλοι βυθισμένοι.
Το δέρμα τους λαμποκοπά, η φράπα τους γυαλίζει
κι ένας παχύς επίσκοπος από μακριά μυρίζει.
Πιάνει τον διμοιρίτη μας αίσθημα αδικίας
δέκα ψωρομαντράχαλοι να χαίρουνε και μνείας!
Τότε τέσσερα δάχτυλα κάτω τα κατεβάζει
κι ορθώνει το μεσαίο του ψηλά και το κραδάζει.
"Τούτο είν' για το δήμαρχο και για τον στρατηγό μας
για τον χοντρό επίσκοπο τον άρχοντα της βρόμας.
Σ' όλους εσάς του έθνους μας τους σάπιους στυλοβάτες
που ο κόσμος πια λιμοκτονεί κι εσείς γυρνάτε πλάτες.
Στο διάολο τα σύμβολα, σιχτίρια στους θεσμούς σας
δεν είστε και πολύ ψηλά γι' αυτό μάγκες το νου σας.

Γυρνάει τότε ο μαθητής και με περίσσιο θάρρος
λέει στον κόσμο τον χαζό προτού τον πάρει ο χάρος.

Εσείς όλο να τρώγεστε για χίλιες δύο πίπες
πάνω στο περιθώριο να πέφτετε σαν γύπες.
Στα τέσσερα παντοτινά και μ' ανοιχτά τα πόδια
στ' αφεντικά και στην ελίτ να κόβετε διόδια.
Έτσι να λέτε είναι αυτά, το πράμα δεν αλλάζει
δε μ' ενοχλεί το σύστημα, ο Ανάρχας με πειράζει.
Κι αφού ψυχή δεν έχετε πλέον ν' αγαπηθείτε
μήτε θάρρος σας έμεινε να απολογηθείτε
εχθρούς λοιπόν φανταστικούς ψάξτε καλά να βρείτε.
Άιντε σφιχτά απ'τα σύμβολα πάτε να κρατηθείτε
γίνετε πιόνια δουλικά και περηφανευτείτε.

                                                                          Ανθρώπινη Επανάσταση