30 Μαΐου 2020

Υπερηφάνεια δίχως ύψιλον


     Ορισμένες λέξεις αφήνουν μία αλλόκοτη επίγευση μερικά μόλις δέκατα του δευτερολέπτου αφότου αρθρωθούν. Αν και η επεξεργασία της δισυπόστατης φύσης τους φτάνει μετά βίας στο κατώφλι του συνειδητού, μια κάποια λανθάνουσα αμηχανία συνεχίζει να μας πιλατεύει όσο η συζήτηση συνεχίζεται. Δεν πρόκειται πάντοτε για αμφισημία. Τουλάχιστον όχι ακριβώς. Η αμφισημία αφορά δύο πιθανές αλλά ποιοτικά διαφορετικές ερμηνείες. Αντιθέτως, οι λέξεις στις οποίες πρόκειται να αναφερθώ λειτουργούν πιότερο ως ένα ασαφές, πλην όμως συμπαγές κράμα που εγκλωβίζει νοήματα. Νοήματα παρεξηγημένα που δεν λογίζονται ως αυθυπόστατα ακόμη και αν στην πραγματικότητα μπορούν κάλλιστα να υπάρξουν ως τέτοια. Για το λόγο αυτό, το να διαχωρίσει κανείς αυτά τα νοήματα αποτελεί μάλλον ραφινάρισμα παρά αποδόμηση. Η σημασία της ενέργειας αυτής μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετική, εφόσον το άτομο ανακαλύψει σε κάποιο από τα παράγωγά της μία εννοιολόγηση που το χαρακτηρίζει, του παρέχει αισιοδοξία ή ανοίγει νέους ορίζοντες στη σκέψη του. 
     Η βασική έννοια που επιχειρώ να επανεξετάσω δεσπόζει περήφανα στον τίτλο. Η πολυσημία της λέξης περηφάνια απηχεί ακόμη και στο -πιο σύνηθες ίσως- αντώνυμό της, την ταπεινότητα. Πώς θα αντιδρούσε κανείς στον χαρακτηρισμό του ως ταπεινό; Τι σημαίνει εξ αρχής αυτός ο χαρακτηρισμός; Οι απαντήσεις που βρίσκει κανείς στα λεξικά ποικίλλουν. Ως ταπεινός παρουσιάζεται εκείνος που έχει επίγνωση των δυνατοτήτων του δίχως να τις μεγαλοποιεί αλλά και εκείνος που έχει επίγνωση της μηδαμινότητάς του. Πώς είναι όμως δυνατόν η επίγνωση των δυνατοτήτων να συγγενεύει εξ ορισμού με την «επίγνωση» της μηδαμινότητας; Ένας άνθρωπος μπορεί να αναγνωρίζει τις δυνατότητές του δίχως να τις υπερτονίζει και να υπερβάλλει, ενώ παράλληλα αρνείται να χαρακτηρίσει την ύπαρξή του ως ασήμαντη, ακριβώς επειδή αισθάνεται πως οι αρετές του τον καθιστούν χρήσιμο και άξιο. Είναι αυτός ο άνθρωπος ταπεινός ή όχι;
     Αν όχι, είναι τότε άραγε μεμπτό να αναγνωρίζουμε και να επικοινωνούμε τις δυνατότητές μας; Είναι μάλλον δύσκολο να φανταστεί κανείς έναν κόσμο όπου οι επαγγελματικές συνεντεύξεις και τα βιογραφικά θα αξιολογούνταν με κριτήριο την ταπεινότητα! Θα θέλαμε άραγε έναν κόσμο στον οποίο όσοι φέρουν ηγετικές ικανότητες και αρετές δεν θα ανέρχονταν ποτέ στην περίοπτη επιφάνεια ώστε να συνεχίσουν να διέπονται από μετριότητα; Θα θαυμάζαμε αυτούς τους άσημους ανθρώπους για την ταπεινότητά τους ή θα λυπόμασταν γι’ αυτούς; Αντιμετωπίζεται η ταπεινότητα στο παρόν πλαίσιο ως κάτι θετικό ή ως κάτι αρνητικό;
     Αν πάλι ναι· έστω δηλαδή ότι θεωρούμε ταπεινό τον άνθρωπο που δεν αυτοπροβάλλεται για τέρψη, δεν συμπεριφέρεται σαν μεγαλόσχημος και δεν υπερβάλλει, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αναγνωρίζει τις δυνατότητές του, τις επικοινωνεί αβίαστα και πρωτίστως προσδίδει αξία στην ύπαρξή του. Τι θα γινόταν αν ο ίδιος άνθρωπος επιδείκνυε αγωνιστικότητα και δυναμισμό; Μήπως στην προσπάθειά του να προωθήσει μία ιδέα (είτε αυτή είναι πολιτική, είτε επιστημονική, είτε φιλοσοφική κ.ο.κ) η ταπεινή του όψη θα ξεθώριαζε; Και αν ναι γιατί; Πώς είναι δυνατόν η επιδίωξη ενός στόχου και η επακόλουθη αντιπαράθεση να ακυρώνει την ιδιότητα της ταπεινότητας, εάν η τελευταία ορίζεται ως επίγνωση των δυνατοτήτων και συστηματική αποφυγή της υπερβολής; Ακόμη και αν η προώθηση μιας ιδέας συνεπάγεται -με αυστηρά λογικούς όρους- την υποτίμηση των υπόλοιπων εκπεφρασμένων ιδεών, δεν είναι παράλογο η υποτίμηση αυτή να εκλαμβάνεται εξ ορισμού ως περιφρονητική στάση; Άλλωστε, η απόρριψη ενός συνόλου ιδεών και η προάσπιση μιας προσωπικής αντ’ αυτού, μπορεί να πραγματοποιηθεί με σεβασμό, δίχως υποβάθμιση της ανθρώπινης αξίας των διαφωνούντων ή της συλλογιστικής τους ικανότητας εν γένει.
     Τα παραπάνω ερωτήματα ενδεχομένως να προκαλούν σύγχυση. Και είναι απολύτως φυσιολογικό εάν αναλογιστεί κανείς τη συγκεχυμένη εννοιολόγηση της ταπεινότητας, η φύση της οποίας αυτοαναιρείται με την συμπερίληψη διαφορετικών ιδιοτήτων και ενεργειών. Επομένως, οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν μπορούν παρά να ποικίλλουν. Οι προβληματισμοί που ίσως να γεννήθηκαν κατά την ανάγνωσή τους, θα βοηθήσουν, είτε με τρόπο ρητό είτε ακόμη και διαισθητικό, σε μια εκ νέου θεώρηση της έννοιας περηφάνια, την οποία θεωρώ λυτρωτική έως και επαναστατική.   
     «Υπερηφάνεια δίχως ύψιλον». Με άλλα λόγια περηφάνια αντί ΥΠΕΡ-ηφάνειας. Πρόκειται φυσικά για δυο λέξεις οι οποίες είναι εννοιολογικά ταυτόσημες. Παρ΄όλα αυτά, θα επιχειρηθεί εντός ολίγου ένας αμιγώς τεχνητός και λεξιλογικά αβάσιμος διαχωρισμός. Ο σκοπός δεν είναι άλλος από την απόπειρα αποκόλλησης ανομοιογενών στοιχείων που εγκολπώνει η λέξη υπερηφάνεια. Προτού όμως φτάσουμε στην αποκόλληση αυτών των στοιχείων, πρέπει πρώτα να δικαιολογήσουμε τον χαρακτηρισμό τους ως ανομοιογενή.
     Ας ανατρέξουμε λοιπόν στις ερμηνείες που δίνονται για αυτή τη λέξη. Η υπερηφάνεια παρουσιάζεται ως το θετικό συναίσθημα που έπεται της ολοκλήρωσης ενός απαιτητικού εγχειρήματος καθώς και το συναίσθημα που απορρέει από την απόδοση αξίας στην ατομική ύπαρξη καθαυτή. Με βάση τους παραπάνω ορισμούς, θα έλεγε κανείς ότι η υπερηφάνεια συγγενεύει εννοιολογικά με την αυτοεπιβεβαίωση, την αυτοεκτίμηση και τον αυτοσεβασμό. Εάν αυτό αληθεύει, διερωτάται κανείς γιατί η δήλωση «σέβομαι τον εαυτό μου» ερμηνεύεται τόσο διαφορετικά από τη δήλωση «είμαι περήφανος για τον εαυτό μου». Στην πρώτη περίπτωση, η δήλωση είναι κοινωνικά αποδεκτή, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, η δήλωση εκλαμβάνεται ως τουλάχιστον υπερφίαλη και σίγουρα αχρείαστη. Αυτό συμβαίνει φυσικά διότι στις παραπάνω ερμηνείες της υπερηφάνειας προστίθεται και αυτή της αλαζονείας. Πράγματι, αναζητώντας κανείς συνώνυμα για τη λέξη που κατά κύριο λόγο υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει ένα θετικό συναίσθημα αυταξίας, θα συναντήσει λέξεις όπως αυτές της έπαρσης, της αυταρέσκειας, του εγωϊσμού και της υπεροψίας. Η διάσταση μεταξύ των δυο ερμηνειών είναι συχνά ασύλληπτη και χρησιμοποιώ την έννοια ασύλληπτη τόσο εμφατικά όσο και κυριολεκτικά.
     Η αναγνώριση της αξίας μας, ιδιαίτερα όταν αυτή γίνεται ρητά (αν και όχι αποκλειστικά), συνδέεται ενδόμυχα με την παραβίαση κάποιου ηθικού κανόνα, η οποία μας υποβιβάζει στο επίπεδο της ματαιοδοξίας και του ναρκισσισμού. Με άλλα λόγια, στην ερώτηση : «πρέπει να αισθάνομαι περήφανος/η για μένα;» η απάντηση δίνεται κάπως διστακτικά. Εάν είναι ναι, νιώθουμε ίσως ότι υπερεκτιμάμε τον εαυτό μας. Εάν πάλι είναι όχι, νιώθουμε ότι κάπως τον αδικούμε. Ακόμη περισσότερο, εάν είναι όχι, αυτό το όχι φέρει τουλάχιστον ένα βαθμό υποκρισίας εφόσον μας χαροποιεί να ακούμε από άλλους ότι είναι περήφανοι για εμάς, δίνοντας με αυτόν τον τρόπο έμφαση στην αξία μας. Ο λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι με αυτό το αμήχανο συναίσθημα, όπου κάθε απάντηση δίνεται με επιφύλαξη, εντοπίζεται ακριβώς στην πολυσημία της λέξης υπερηφάνεια. Και η αμηχανία αυτή μπορεί να σταθεί αφορμή ώστε να επανακαθορίσουμε τη σημασία της λέξης.
     Τι θα συνέβαινε εάν από την έννοια της υπερηφάνειας εκτοπίζαμε οποιοδήποτε στοιχείο αφορά κοινωνική σύγκριση; Όλες οι αρνητικές εκφάνσεις της υπερηφάνειας οι οποίες προαναφέρθηκαν έχουν ως βάση τους την κοινωνική σύγκριση και την υποβίβαση των πάντων πλην του δράστη εαυτού. Η αναγνώριση της αυταξίας δεν έχει ανάγκη την κοινωνική σύγκριση. Το να δίνει κανείς αξία στον εαυτό του και να τον αγαπάει σημαίνει να τον κατανοεί. Να αναγνωρίζει τα λάθη του αλλά και τις επίμονες προσπάθειες για βελτίωση και αυτο-ολοκλήρωση, ακόμη και αν η τελευταία δεν επέλθει ποτέ. Η περηφάνια εδώ προκύπτει μονάχα ως απόρροια εσωτερικής σύγκρισης. Αναγνωρίζοντας δηλαδή ότι θα μπορούσαμε να είχαμε πάρει μια δυσοίωνη τροπή σε κάποιο σταθμό της ζωής μας. Μια τροπή που θα μας έκανε να εξελιχθούμε σε κάτι κακό ή θα μας βύθιζε ακόμη πιο βαθιά στα προϋπάρχοντα λάθη που με επιτυχία πλέον αποφεύγουμε. Πρόκειται για μια σύγκριση του υπαρκτού εαυτού με τους εν δυνάμει εαυτούς που αποτρέψαμε, τους οκνηρούς, τους βαριεστημένους, τους κακεντρεχείς, τους δόλιους, τους χρησιμοθήρες. Η περηφάνια απορρέει φυσικά ρίχνοντας μια ματιά στα κατορθώματά μας. Τα κοινωνικά σταθμά είναι περιττά. Κάθε είδους ανέλιξη μπορεί κάλλιστα να αντιμετωπιστεί ως προσωπικό επίτευγμα που εξυπηρετεί βιολογικούς, οικονομικούς, συναισθηματικούς και πνευματικούς στόχους που τέθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες μας. Είναι η ικανοποίηση που αντλείται από την αναμέτρηση με τον εαυτό μας και όχι με τους άλλους. Γι΄αυτό και είναι υπερηφάνεια δίχως ύψιλον, δίχως το υπερ, δίχως την κοινωνική σύγκριση και το αίσθημα του υπεράνω.
     Η περηφάνια είναι λυτρωτική διότι μας δίνει τη δυνατότητα να αποδώσουμε άφοβα αξία στον εαυτό μας και να εκφράσουμε την αγάπη μας προς αυτόν. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η πιο αναγνωρισμένη ίσως θεραπευτική προσέγγιση στην ψυχολογία, η γνωστική ψυχοθεραπεία, στοχεύει στην αναδιαμόρφωση των σχημάτων του εαυτού και στην διάπλαση ενός ανθεκτικού αισθήματος αυτοεκτίμησης. Και η περηφάνια είναι ακριβώς αυτό. Μία σθεναρή, εμψυχωτική και ανθεκτική έκφραση της αυτοεκτίμησής μας.
     Είναι όμως και επαναστατική. Διότι αναγνωρίζοντας στον εαυτό μας την αξία του, τον προασπίζουμε από κάθε λογής εκμετάλλευση. Αντιδρούμε σε κάθε βιασμό του σώματος και της ψυχής μας διότι είμαστε αρκετά περήφανοι ώστε επιτρέψουμε να συμβεί κάτι τέτοιο. Όχι μόνο αντιλαμβανόμαστε τα δικαιώματά μας, αλλά η συνειδητοποίηση αυτή γίνεται άρρηκτη εσωτερίκευση, η οποία στη συνέχεια ωριμάζει σε γόνιμες μορφές διεκδίκησης. Η περηφάνια είναι επαναστατική διότι δεν διστάζει να αμφισβητήσει τις υποτακτικές διαστάσεις της ταπεινότητας, κάνοντάς το χωρίς καμία έπαρση. Ο περήφανος άνθρωπος αρνείται να ενταχθεί σε ένα ταπεινό ποίμνιο που αναζητά καθοδηγητή γιατί μπορεί και καθοδηγεί ο ίδιος τον εαυτό του. Συνεχίζει να θαυμάζει, χωρίς όμως να συνεπαίρνεται. Από τη στιγμή που δεν δειλιάζει να αναγνωρίσει την αξία του, ούτε θέλγεται, ούτε παρασύρεται εξίσου με εκείνους που αναζητούν στο πρόσωπο των άλλων αυτό που δίστασαν να αναγνωρίσουν και να προσδώσουν στον εαυτό τους: μια αύρα σιγουριάς και περηφάνιας.
     Μπορούμε λοιπόν να είμαστε περήφανοι και συνάμα ταπεινοί, χωρίς να είμαστε υπερόπτες και υποτακτικοί. Η περηφάνια είναι έννοια αισιόδοξη αλλά πρωτίστως βαθιά ανθρώπινη.

                                          Άγγελος Διδάχος

30 Απριλίου 2020

Η εξίσωση αλλάζει

     Εάν η ελπίδα αποτελεί κινητήρια δύναμη, τότε θα απέφευγα με κάθε κόστος μια απλουστευμένη εκδοχή της. Διότι κάθε μέρα που ξημερώνει θα μας υπενθυμίζει όλο και πιο δηκτικά πόσο απροστάτευτοι είμαστε. Το πρόβλημα δεν θα χτυπήσει απλώς αλλά θα γκρεμίσει του κουφού την πόρτα. Το μόνο που θα λάμψει στα απελπισμένα κελεύσματα για έναν προστάτη θα είναι η παιδαριώδης αφέλεια του να πιστεύουμε σε μαγικά ραβδιά και αόρατα χέρια. Το άγχος θα γίνει η νέα επιδημία, μια επιδημία που θα σκοτώνει πολύ προτού επιφέρει τον θάνατο. Γι’ αυτό και όσοι εκτιμούν το αύριο με γνώμονα το σήμερα θα φορτωθούν με το επιπρόσθετο βάρος της έκπληξης καθώς οι νεφελοκοκυγγίες τους θα καταρρέουν.
     Αλίμονο ωστόσο εάν εναπόθετα τις ελπίδες μου στους θιασώτες εκείνων που θεσπίζουν τη μιζέρια και κανονικοποιούν την πτώση σε κάθε επίπεδο. Όσους αρέσκονται σε αερολογίες που βρίθουν κλισέ εκφράσεων υπερ πατρίδος, όσους διεγείρονται στην ιδέα της ανωτερότητας και όσους ορέγονται έναν πατριαρχικό δείκτη, εστιασμένο και σμιλευμένο μέχρι αηδίας από τους τηλεοπτικούς και ψηφιακούς δέκτες τους για να τους υποδείξει πώς θα ζήσουν. Δηλώνω ευθαρσώς ότι είναι άξιοι της δυσοίωνης μοίρας τους. Μιας μοίρας που δυστυχώς συμπαρασύρει και τους υπόλοιπους.
     Ούτε όμως τρέφω κάποια προσδοκία για ενήλικες με ατροφικά ιδεώδη. Για ανθρώπους -όπως εκλάβουν την έλλειψη του υποκοριστικού ως μεγαλοψυχία- που λειτουργούν μηχανικά, σαν προγραμματισμένα μυρμήγκια, δίχως την σπίθα της περιέργειας, όσο η εναπομείνασα συνείδησή τους προσπαθεί να γεμίσει το μετά βίας αισθητό κενό της πνευματικής τους ένδειας με φλυαρία, σαχλή ψυχαγωγία, κουτσομπολιό, μίσος και ίντριγκες. Έκαστος στο είδος του και ο πολίτης μακριά από την πολιτική. Κάποιο βαρύγδουπο σημασιολογικό λάθος πρέπει να διεπράχθη εις τους αιώνες και τούτες οι δυο λέξεις ομοιάζουν τόσο πολύ. Θα ήμουν τουλάχιστον ανόητος εάν στοιχημάτιζα στην ανάνηψη κάποιου κοντόφθαλμου και παραιτημένου πνεύματος.
     Η ελπίδα μου δεν μπορεί παρά να είναι ανορθόδοξη και οι βάσεις της εξ ορισμού ρευστές. Γιατί έτσι μόνο μπορεί μια ελπίδα να γλιστρά ανάμεσα στα χαλάσματα των καιρών. Ο μεγαλύτερος εχθρός της αλλαγής δεν είναι μήτε η ανοησία μήτε η αδιαφορία. Άλλωστε, ο φαινομενικά ανίκητος συνδυασμός αυτών των δυο δεν αποτέλεσε παρά ανεπαρκή φραγμό μπροστά στα αλλεπάλληλα κύματα διεκδικήσεων και την ορμητική εξάπλωση ιδεών που μετουσιώθηκαν σε κοινωνικοπολιτικές αλλαγές στο ρου της ιστορίας. Ο μεγαλύτερος εχθρός της αλλαγής είναι ο φόβος. Η ατελείωτη διαδοχή των ανατριχιαστικών σεναρίων που η σκληρή πραγματικότητα δεν θα διστάσει να πραγματώσει. Ύστερα από συνεχείς χαμένες μάχες, η αφοσίωση στη διεκδίκηση μετουσιώνεται από πράξη παραδοσιακά ηρωϊκή σε παράτολμη. Ο συμβιβασμός με ένα δυστοπικό ενδιάμεσο είναι θελκτικός καθώς όχι μόνο αποτρέπει τη βάναυση τιμωρία αλλά αποτελεί -ειρωνικά- δείκτη κοινωνικής ωριμότητας. Το κόστος της απραγίας, αν και βίαιη ώθηση για την ανάληψη ενός ρίσκου, ελάχιστα μπορεί να συνεισφέρει έναντι ενός συστήματος που διδάσκει την αβοηθησία και παραδειγματίζει ανελλιπώς ώστε η φλόγα του φόβου να συνεχίζει να θρέφεται. Η απελπισία χάνει τη διττή της φύση και εξισώνεται αποκλειστικά με την παραίτηση. Είναι η ζυγισμένη σιωπή των φρονίμων, των πνευματικά αλλά δυστυχώς και κυριολεκτικά φρονίμων η ζωτική αρτηρία στην έκφυλη καθεστηκυία ισορροπία.
     Ίσως λοιπόν ο αναπόφευκτος στοχασμός πάνω στο δίλημμα βίωσης και επιβίωσης και η διαβρωτική κενότητα που γιγαντώθηκε μέσα από τις απαγορεύσεις και τον εγκλεισμό, να γέννησε μια μικρή, αδιόρατη ρωγμή. Μια ρωγμή που θα ωριμάσει και θα εξαπλωθεί ώσπου τελικά θα σπάσει τη σιωπή των φρονίμων. Ο θάνατος προβλήθηκε τόσο πολύ που μαζί με τον φόβο καλλιεργήθηκε μια λανθάνουσα εξοικείωση. Η δίψα για ζωή, με όλους τους κινδύνους και τις ομορφιές που αυτή συνεπάγεται, δυναμώνει. Η εξίσωση αλλάζει και κάθε δυσμενής έκβαση μπορεί παραδόξως να μας φέρνει πιο κοντά στην πολυπόθητη αλλαγή.
                                                                                          Άγγελος Διδάχος

2 Απριλίου 2020

Εν αναμονή


     Το άκουγα παντού. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, με ζωές τόσο διαφορετικές, με πεποιθήσεις παραπλήσιες μέχρι και διαμετρικά αντίθετες, όλοι κατέληγαν στο ίδιο συμπέρασμα. Ήταν σαν επιβεβαιωμένη είδηση για κάτι που πρόκειται να συμβεί στον καθένα μας. Είδηση που μεταδιδόταν με έναν διακριτικό, σχεδόν υποκριτικό τόνο φωνής και αν μη τι άλλο τη διαδεχόταν μια βουβή αμηχανία. «Έφτασε η ώρα να γνωρίσουμε τον εαυτό μας».
     Οι ώρες γίνανε μέρες κι οι μέρες εβδομάδες. Μέσα σε αυτό το διάστημα, μονάχα πλατσουρίσαμε στα ρηχά των σκέψεών μας. Έως τώρα, έπρεπε να είχαμε αποδεχθεί ότι η συνάντηση αναβλήθηκε επ αόριστον, όμως, με πείσμα ισάξιο ενός αγιάτρευτα ερωτευμένου, συνεχίζουμε να βαυκαλιζόμαστε ότι υπάρχει απλώς μια μικρή καθυστέρηση. Ίσως αύριο. Ίσως την επόμενη εβδομάδα. Η πνευματική ανάταση θα έρθει και μαζί της μία πρωτοφανής εσωτερική λάμψη. Ο κόσμος θα αποκτήσει επιτέλους ένα απόλυτα συμπαγές νόημα. Αντ’ αυτού φυσικά, καμία γνώριμη φιγούρα στον ορίζοντα. Εν αναμονή μίας προσωπικής αποκάλυψης, αναλωθήκαμε σε άσκοπες, επαναλαμβανόμενες ενέργειες. Πράγματα τα οποία μας δίνουν χαρά και ικανοποίηση, τα στύψαμε, τα στύψαμε ώσπου άρχισαν πλέον να χάνουν την ουσία τους. Τέτοιος έγινε ο βαθμός επανάληψης, όπου η αυθόρμητη αγάπη κατέληξε να μοιάζει με βίαιη προσπάθεια. Η έξαψη της χαράς μετατράπηκε σε βαθιά ανησυχία για την απουσία της. «Άλλοτε σου άρεσε να γράφεις και να διαβάζεις. Να παίζεις βιντεοπαιχνίδια ή επιτραπέζια. Να παρακολουθείς σειρές. Να περνάς το χρόνο με τα παιδιά σου. Να αθλείσαι. Να μιλάς σε φίλους... Τι σου συμβαίνει; Προσπάθησε κι άλλο. Ξανά και ξανά ώσπου να ανακτήσεις την χαμένη σου διάθεση».
     Όχι μόνο δεν αναπτύξαμε καμία ουσιαστική δεξιότητα ενδοσκόπησης αλλά βρεθήκαμε περισσότερο αποπροσανατολισμένοι από ποτέ. Η σύγχυση αυτή τίποτα κοινό δεν έχει με εκείνη που προοιωνίζει εσωτερικές ανακαλύψεις. Η γόνιμη σύγχυση είναι αυτή μιας θυελλώδους σκέψης, σε ένα περιβάλλον γεμάτο ζωντάνια και επικινδυνότητα, όπου κάθε φιλοπερίεργη κίνηση συνεπάγεται ένα κόστος ή ένα όφελος. Ιχνηλατώντας με αγωνία τα φρέσκα σημάδια των πράξεών μας, οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για εμάς τους ίδιους, άλλοτε αντικειμενικά και άλλοτε κατεργασμένα από προϋπάρχουσες αντιλήψεις. Ήταν ανέκαθεν ο συναισθηματικός και κοινωνικός αντίκτυπος των επιλογών μας που μας έκαναν να ανασυνθέτουμε την εικόνα του εαυτού μας. Αν ανακαλύψουμε κάτι που μας εκφράζει πραγματικά, γίνεται η σημαία μας και δενόμαστε πάνω στο κατάρτι που την βαστά αψηφώντας τις όποιες επιπτώσεις. Αν ανακαλύψουμε κάτι αντιφατικό στην συμπεριφορά μας, αναγκαζόμαστε να το ενσωματώσουμε στην άλλοτε απλουστευμένη εικόνα που είχαμε πλάσει. Βλέπουμε σε τι διαφοροποιούμαστε και σε τι ταυτιζόμαστε με τον υπόλοιπο κόσμο. Η κίνηση, η παρατήρηση και η διόρθωση είναι ζωτικές λειτουργίες που χρειαζόμαστε για την κατασκευή μιας όσο το δυνατόν περισσότερο αντιπροσωπευτικής εικόνας του εαυτού μας.
     Από την άλλη, η σύγχυση που επικρατεί είναι σύγχυση αδράνειας. Ένας ομιχλώδης νους που δεν κινείται προς καμια κατεύθυνση, που δεν είναι καν ικανός να εντοπίσει πού βρίσκεται και πώς έφτασε εδώ. Δεν υπάρχει τίποτα να παρατηρήσεις παρά μόνο η ροή της σκέψης σου, η οποία διαγράφει ένα ατέρμον σπιράλ δίχως να οδηγεί πουθενά. Όταν η ίδια η ζωή μπαίνει σε αναμονή, κάθε απόπειρα εσωτερικής αναζήτησης τελειώνει άδοξα. Αυτό που βιώνουμε δεν είναι μια πρόσκαιρη και δυνητικά γόνιμη παύση αλλά μια παρατεταμένη αναμονή. Κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα διαρκέσει όπως κανείς δεν ξέρει αν στο όνομα της ασφάλειας μέρος των περιορισμών θα συνεχίσει να επισκιάζει τις ζωές μας, εδραιώνοντας μια νέα ζοφερή κανονικότητα.
      Η  εικόνα  του έγκλειστου ανθρώπου που αναμένει με παροξυσμικό ενθουσιασμό να γνωρίσει τον εαυτό του είναι όχι μόνο τραγική αλλά ενίοτε βαθιά ειρωνική. Αυτό αντικατοπτρίστηκε με τρόπο αδυσώπητο μέσα από την δηκτική συμπεριφορά ατόμων που μέσα σε ελάχιστα εικοσιτετράωρα ασπάστηκαν ολοκληρωτικά ένα απροκάλυπτα στημένο τηλεοπτικό και πολιτικό αφήγημα. Η πλειοψηφία των νέων ενηλίκων, οι οποίοι γαλουχήθηκαν σε ένα απολιτίκ lifestyle, θεωρώντας την ανάμειξη με τα κοινά ως τουλάχιστον εκκεντρικό, αν όχι προβληματικό χόμπι, ξαφνικά χύμηξε μέσα στην αρένα της πολιτικής παίρνοντας μέρος στο κυνήγι αποδιοπομπαίων τράγων. Αν και φύσει πολιτικό ζώο, όπως προ χιλιετιών επεσήμανε ο Αριστοτέλης, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ανέπτυξε ποτέ την πολιτική του ταυτότητα.
     Όντας ωστόσο αρκετά έξυπνος ώστε να μπορεί να διαισθανθεί την αμέλειά του, επινόησε δικαιολογίες για να απαλλαγεί από ενοχικές σκέψεις. Εξίσωσε την πολιτική με την διαφθορά και για να διατηρήσει τον εαυτό του αμόλυντο προτίμησε να μείνει απ’ έξω. Ταύτισε την ενημέρωση, την παρατήρηση και τον στοχασμό πάνω σε ζητήματα που αφορούν την ίδια του την ζωή - ζητήματα που υπερβαίνουν την σφαίρα της πολιτικής και αποκτούν έως φιλοσοφικές διαστάσεις – με την κομματικοποίηση και την προπαγάνδα. Και στην προσπάθειά του να αποφύγει την προπαγάνδα έγινε το εύκολο θύμα της. Μεγαλωμένος σε ένα σύστημα που δεν τον ενθάρρυνε ποτέ να ξεδιπλώσει την πτυχή του ενεργού πολίτη ως μέρος της προσωπικότητάς του, αρκείται στο να αποκαλεί συνωμοσιολόγο, πολιτικάντη ή ουτοπιστή όποιον χρησιμοποιεί τη λέξη σύστημα. Την ίδια στιγμή, οι άμυνές του υποχωρούν αυτομάτως στο άκουσμα των λέξεων «έθνος», «πατρίδα», «ασφάλεια» και «πόλεμος». Λέξεις που ενεργοποιούν το ένστικτο της αγέλης και της επιβίωσης. Δεν φέρει καμία επίγνωσή της ευαλωτότητάς του στους συμβολισμούς και είναι ανίκανος να εντοπίσει καταφανείς μεθόδους χειραγώγησης. Η ίδια η χειραγώγηση ως λέξη του ακούγεται υπερβολική, σαν συνωμοσιολογική αργκό. Αν και φύσει πολιτικό ζώο, ο πολιτικός εαυτός του σύγχρονου ανθρώπου κείτεται σε χειμερία νάρκη, ξυπνάει αποκλειστικά σε κρίσεις που τον επηρεάζουν άμεσα και διατηρεί επιφυλάξεις κυρίως προς όσους διατηρούν επιφυλάξεις. Την ίδια στιγμή φυσικά, δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων επιλέγουν έναν άλλο δρόμο, αυτόν της υπνοβασίας. Με υπερβάλλοντα ζήλο, ακολουθούν τις ράγες που τοποθετούν οι μπροστάρηδες των κομμάτων, ακόμη και αν αυτές στενεύουν ασφυκτικά στον ορίζοντα. Προτιμούν να επιδοθούν στη λατρεία του ηγέτη τους, παρά στην κριτική αντιμετώπισή του. Ο πολιτικός τους εαυτός είναι ανελεύθερος και γι’ αυτό ανολοκλήρωτος.
     Πώς περιμένει κανείς ν’ ανακαλύψει τον εαυτό του, όταν δεν ενδιαφέρθηκε ν’ ανακαλύψει τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η κοινωνία μέσα στην οποία ζει; Όταν δεν αναρωτήθηκε αν του ταιριάζει ένας άλλος τρόπος ζωής; Και πώς περιμένει κανείς να δώσει έναν ορισμό του εαυτού του, όταν η ίδια η ζωή του έχει μπει σε αναμονή; Θα ήταν εξίσου ανώφελο με το να προσπαθήσουμε να ορίσουμε την έννοια της ταχύτητας δίχως τη μεταβλητή του χρόνου. Και ο χρόνος έχει παγώσει. Μαζί του και η κίνηση.
    

                                                                                             Άγγελος Διδάχος