Ο κυνηγός της ελευθερίας δεν είχε όπλο
ούτε και βλέψεις εχθρικές.
Ήταν φτωχός
δεν είχε μήτε ρούχα να φορέσει,
μόνο είχε μια πλούσια καρδιά, ερωτευμένη με τους χτύπους της.
Τον νόμιζαν τρελό
καθώς έτρεχε γυμνός μες τα χωράφια
και τραγουδούσε φωναχτά
λέξεις απλές κι ακατανόητες.
Οι ρακένδυτοι είλωτες των χωραφιών
γελούσαν με τη γύμνια του κορμιού του
κι οργίζονταν με την προκλητική φωνή του
που σαν χείμαρρος κατέβαζε σκέψεις απαγορευμένες
και ηχούσε -αν πρόσεχε κανείς- σαν καλόγνωμη επίπληξη.
Έτρεχε δίχως σταματημό, δίχως ντροπή, δίχως δεύτερη σκέψη,
με τον ήλιο να καίει το ακάλυπτο δέρμα του,
τα ξυπόλητα πόδια του να σφαγιάζονται στον πόνο
και το στήθος να χαροπαλεύει ν' ανασάνει.
Έτρεχε μέχρι που τον ζήλεψαν
και τότε όπως έσκιζε ατρόμητα τα στάχυα
έλαβε θανάσιμη δαγκωματιά φιδιού. Crux
ούτε και βλέψεις εχθρικές.
Ήταν φτωχός
δεν είχε μήτε ρούχα να φορέσει,
μόνο είχε μια πλούσια καρδιά, ερωτευμένη με τους χτύπους της.
Τον νόμιζαν τρελό
καθώς έτρεχε γυμνός μες τα χωράφια
και τραγουδούσε φωναχτά
λέξεις απλές κι ακατανόητες.
Οι ρακένδυτοι είλωτες των χωραφιών
γελούσαν με τη γύμνια του κορμιού του
κι οργίζονταν με την προκλητική φωνή του
που σαν χείμαρρος κατέβαζε σκέψεις απαγορευμένες
και ηχούσε -αν πρόσεχε κανείς- σαν καλόγνωμη επίπληξη.
Έτρεχε δίχως σταματημό, δίχως ντροπή, δίχως δεύτερη σκέψη,
με τον ήλιο να καίει το ακάλυπτο δέρμα του,
τα ξυπόλητα πόδια του να σφαγιάζονται στον πόνο
και το στήθος να χαροπαλεύει ν' ανασάνει.
Έτρεχε μέχρι που τον ζήλεψαν
και τότε όπως έσκιζε ατρόμητα τα στάχυα
έλαβε θανάσιμη δαγκωματιά φιδιού. Crux