Ήταν ένα κυριακάτικο
δειλινό του Νοέμβρη κι οι πρώιμες πνοές του χειμώνα ήδη τρυπούσαν τα τελευταία
θερμά στρώματα που κατακάθιζαν στους δρόμους της πόλης παγιδευμένα ανάμεσα στα
τείχη των πολυκατοικιών. Πρέπει τουλάχιστον να ήταν δειλινό γιατί, αν δεν
απατώμαι, θυμάμαι πως άκουσα τις στερνές αχτίδες του ήλιου καθώς χλόμιαζαν να
με χαιρετούν με τον ίδιο τρόπο που χαιρετούν τα πυκνόφυλλα σπίτια τους τ’
αποδημητικά πουλιά. Με την ανησυχία που κρύβει στις σχισμές του ένα χαμόγελο
που δεν γνωρίζεις αν θα το αντικρίσεις ξανά. Γι’ αυτό λοιπόν αναλογιζόμενος την
αμηχανία που θα γεννούσε μια ερώτηση γεμάτη λαχτάρα χαιρέτησα σιωπηρά τον ήλιο, όπως κάνουμε όλοι μας κάθε περασμένη ώρα όταν απλώνεται το μούχρωμα.
Περιδιάβαινα
αφηρημένος στο πλακόστρωτο της πλατείας κάνοντας που και που μετέωρους
στοχασμούς ενώ