Πόσο δύσκολο είναι
ν' αναζητάς αδιάκοπα στις στάχτες μιας πελώριας πυρκαγιάς
ένα χαμένο φυλαχτό γεμάτο χάρτινες κι ακριβές αναμνήσεις
ενώ ο κόσμος γύρω σου αχόρταγος μαζεύει σωρούς αποκαΐδια.
Πόσο κοπιαστικό είναι
να ψάχνεις ύστερα από μεγάλη τρικυμία στ΄ ακρογιάλι δυο καρδιές ενωμένες
που 'χες σχηματίσει με πολύχρωμα βότσαλα φανταχτερά σαν άστρα,
την ώρα που ξεθάβουν απ' τη θάλασσα πέτρες ξασπρισμένες.
Αγρίεψαν οι άνθρωποι. Το νιώθεις σαν βλέπεις πλημμύρα από δαύτους
να τραβούν μανιασμένα τα μυτερά νύχια των βράχων για να τα ξεκολλήσουν,
να τα φορέσουν πάνω στα λεπτά τους δάχτυλα.
Πόσο σκληρό είναι
να περπατάς ξυπόλητος πάνω σε γυάλινα δάκρυα
που καθρεφτίζουν σαν κυλούν απ΄ τα μισάνοιχτα σου μάτια
το ξεχασμένο πρόσωπο του ανθρώπου.
Άραγε πόσο οδυνηρό να είναι
όταν η ηχώ της φωνής σου επαναλαμβάνεται ασταμάτητα μες τ΄ αυτιά σου,
όταν τ΄ απλά σου λόγια σκεπάζει πηχτό σκοτάδι που γεννήθηκε
σαν έσβηνε το φως της σκέψης.
Δε μένει άλλος δρόμος παρά αυτός της μοναξιάς.
Ακολουθείς λησμονημένα μονοπάτια
που γύρω τους θεριέψαν αγκαθωτά φυτά.
Κι όσο πορεύεσαι το δρόμο που η καρδιά προστάζει,
τόσο το σώμα σου γεμίζει βαθιές κόκκινες χαραγματιές.
Ακολουθείς λησμονημένα μονοπάτια με μια αλλόκοτη σιγουριά
πως θα βρεις κάποια στιγμή μια φρέσκια πατημασιά.
Κι όταν τα πόδια σου βαραίνουν
πάντα μες την αχλή της κουρασμένης σκέψης σου
προβάλλει ένα χαμόγελο γνωστό
και σ΄ ανασταίνει.
Διδάχος Άγγελος
ν' αναζητάς αδιάκοπα στις στάχτες μιας πελώριας πυρκαγιάς
ένα χαμένο φυλαχτό γεμάτο χάρτινες κι ακριβές αναμνήσεις
ενώ ο κόσμος γύρω σου αχόρταγος μαζεύει σωρούς αποκαΐδια.
Πόσο κοπιαστικό είναι
να ψάχνεις ύστερα από μεγάλη τρικυμία στ΄ ακρογιάλι δυο καρδιές ενωμένες
που 'χες σχηματίσει με πολύχρωμα βότσαλα φανταχτερά σαν άστρα,
την ώρα που ξεθάβουν απ' τη θάλασσα πέτρες ξασπρισμένες.
Αγρίεψαν οι άνθρωποι. Το νιώθεις σαν βλέπεις πλημμύρα από δαύτους
να τραβούν μανιασμένα τα μυτερά νύχια των βράχων για να τα ξεκολλήσουν,
να τα φορέσουν πάνω στα λεπτά τους δάχτυλα.
Πόσο σκληρό είναι
να περπατάς ξυπόλητος πάνω σε γυάλινα δάκρυα
που καθρεφτίζουν σαν κυλούν απ΄ τα μισάνοιχτα σου μάτια
το ξεχασμένο πρόσωπο του ανθρώπου.
Άραγε πόσο οδυνηρό να είναι
όταν η ηχώ της φωνής σου επαναλαμβάνεται ασταμάτητα μες τ΄ αυτιά σου,
όταν τ΄ απλά σου λόγια σκεπάζει πηχτό σκοτάδι που γεννήθηκε
σαν έσβηνε το φως της σκέψης.
Δε μένει άλλος δρόμος παρά αυτός της μοναξιάς.
Ακολουθείς λησμονημένα μονοπάτια
που γύρω τους θεριέψαν αγκαθωτά φυτά.
Κι όσο πορεύεσαι το δρόμο που η καρδιά προστάζει,
τόσο το σώμα σου γεμίζει βαθιές κόκκινες χαραγματιές.
Ακολουθείς λησμονημένα μονοπάτια με μια αλλόκοτη σιγουριά
πως θα βρεις κάποια στιγμή μια φρέσκια πατημασιά.
Κι όταν τα πόδια σου βαραίνουν
πάντα μες την αχλή της κουρασμένης σκέψης σου
προβάλλει ένα χαμόγελο γνωστό
και σ΄ ανασταίνει.
Διδάχος Άγγελος