Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η ανηφόρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα η ανηφόρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

31 Μαρτίου 2012

Η ανηφόρα

Τα πρώτα βήματα στην ανηφόρα τα μοιράστηκες
όπως μοιραζόσουν τις ανάσες που 'βγαιναν σαν φωτιές
μέσα απ' τα διψασμένα για πάλη στήθη σας.
Κεφάλια υψωμένα προς την απέραντη θάλασσα
που δρόσιζε με κυματιστά σύννεφα τις αλίκτυπες βουνοκορφές,
εκεί ακριβώς που αναπαύονται οι ήρωες και οι ψυχές των ηρώων.
Μια ηλιογέννητη σειρήνα τραγουδά εκεί πάνω
μια που παράτησε τις άσπλαχνες της φίλες
και μ' άσματα ερωτικά φουσκώνει τα πανιά των χαμένων καραβιών
σπρώχνοντας τα μακριά απ' τα μυτερά βράχια που τσακίζουν καρδιές.
Άλλοι προσεύχονταν να κολυμπούν μέσα σε πράσινες θάλασσες
με χάρτινα κύματα
κρατώντας ένα όμορφο κοχύλι αγκαλιά
κι ας ξέρανε καλά πως μέσα του ήταν αδειανό.
Εσείς όμως...
Εσείς ακούσατε τους παλμούς σας μες τον βυθό του άφθαστου ουρανού,
νιώσατε τον βουνίσιο αέρα να κυλάει στις φλέβες,
να σας γεμίζει ολάκερους με τ' άρωμα του ρίσκου.
Κι όταν το γέρμα σαν ηλιαχτίδες σβήνανε οι αντοχές
φυλάγατε λίγο φως μες τα σμιχτά χέρια σας
κι από την ζεστασιά τους γεννιόταν πάντα ένας πορφυρός ήλιος.

Μα κάθε βήμα κοντινότερο στην κορυφή στερούσε τ' οξυγόνο
που 'χαν ανάγκη τα πνευμόνια σας να ρουφήξουν.
Ο καθαρός αέρας αναπνέεται πιο δύσκολα
κι οι ανάσες πληθαίνουν στα χαμηλά
εκεί όπου πλανάται μια γκρίζα ομίχλη βεβαιότητας.
Ο χρόνος ύπουλα σας έξυνε με τα σκληρά του νύχια
κι αλλάξαν όλοι δέρμα για να γλιτώσουν τις πληγές.
<< Δεν είν' η γλυκιά σειρήνα που μέλπει μαγικές μελωδίες
μονάχα ο άψυχος άνεμος που σφυρίζει δίπλα απ 'τους γκρεμούς
γελώντας πονηρά. Κι αυτό το γαλάζιο σεντόνι πάνω μας
δεν είν' η θάλασσα με τα πολύτιμα μαργαριτάρια
που φυλάν τα μυστικά της ύπαρξης
αλλά ο ουρανός που κάποιος μας τον κλέβει τα βράδια για να σκεπαστεί
αυτός ο κάποιος που θα μας συγχωρέσει.>>

Τώρα σε βλέπω ολομόναχο ν' ανηφορίζεις
πάνω στις λάσπες απ' τα δάκρυα των συννέφων.
Γδαρμένος απ' τον άνεμο που μαστιγώνει την ιδρωμένη σου πλάτη
δεν γύρισες πίσω.
Δεν γύρισες πίσω ούτε στιγμή γιατί ήξερες καλά πως ένα βήμα πίσω
θα σ' έριχνε σαν στρογγυλό βράχο στον πάτο
και τα κομμάτια σου θα σκορπίζονταν παντού.
Δεν έχεις πια το κεφάλι ψηλά γιατί πονάς να βλέπεις το φως του ήλιου μόνος
αλλά το κρατάς ίσιο, περήφανα και πεισματικά
μέχρι τα πόδια σου να λυγίσουν
                    ή
μέχρι να φτάσεις στην κορυφή.
                                                                                     Διδάχος Άγγελος


COPYRIGHTSWORLD.COM VERIFICATION BADGE - CLICK TO VERIFY!