23 Ιουλίου 2011

Μια στιγμή αργότερα

Παρουσιάζω το μισό περίπου μέρος του διηγήματος γιατί δεν ξέρω αν θα καταφέρω να το τελειώσω εγκαίρως. Κάπου εδώ χαιρετίζω για φέτος τους αναγνώστες καθώς ακολουθεί δύσκολη χρονιά που δεν επιδέχεται γράψιμο παράλληλα με το διάβασμα για τις πανελλήνιες. Τον ιστότοπο ελπίζω πως θα συντηρήσει αυτή τη χρονιά ο φίλος Revolutioner. Να είστε όλοι καλά.

                                     Μια στιγμή αργότερα



Ήταν περασμένα μεσάνυχτα. Μια ακόμη μουντή φθινοπωρινή Κυριακή έφτασε στο τέλος της και η πολυτάραχη πόλη εκμεταλλευόταν τις λίγες ώρες ανάπαυσης που δικαιούταν. Έξω επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Νέκρα κανονική. Τις νύχτες τα σκοτεινά πεζοδρόμια γίνονται απροσπέλαστα. Κανείς δεν ρισκάρει να εκτεθεί βγαίνοντας έξω απ΄τους τέσσερεις τοίχους του σπιτιού του. Περιστασιακά τη μονοτονία της σιγής διέκοπτε ο θόρυβος κάποιας μηχανής αυτοκινήτου. Ποιος να οδηγούσε τέτοια ώρα ; Ίσως ένας μεθυσμένος που χάθηκε μέσα στο ρυμοτομικό λαβύρινθο της πόλης, ένας άνθρωπος της νύχτας ή απλώς ένας φιλήσυχος πολίτης που έτυχε να γυρίζει αργά σπίτι του. Τα παραθυρόφυλλα των μπαλκονιών ήταν μανταλωμένα καλά. Μόνο απ΄τις γρίλιες της κορυφής τρύπωνε ελάχιστο φως κι έπεφτε πάνω στους τοίχους των σκοτεινιασμένων δωματίων αποτυπώνοντας περίεργες σκιές που γεννούσαν φόβο και υποψία. Τη σημερινή νύχτα τα αστέρια του ουρανού συντρόφευε πορφυρή πανσέληνος που άπλωνε θαρραλέα και επιδεικτικά το αιματοβαμμένο της χρώμα στο μαύρο φόντο του. Έπειτα έπεσε πυκνή ομίχλη και σκέπασε αθόρυβα την πόλη απορροφώντας το ερωτικό αντιφέγγισμα του φεγγαριού.
Στο βάθος μια πηγή φωτός φαινόταν θαμπά μες την ομίχλη. Ερχόταν από ένα μικρό διαμέρισμα. Σ΄αυτό το διαμέρισμα των πενήντα τετραγωνικών ζούσε στριμωγμένος εδώ κι έξι χρόνια ο Σταύρος Ελευθεριάδης. Στεκόταν όρθιος μπροστά στο τζάμι του μπαλκονιού κοιτάζοντας με βλέμμα ψυχρό και απλανές την ομίχλη να τυλίγεται γύρω απ΄τις πολυκατοικίες και να φλερτάρει με τον αέρα. Άλλοτε τέτοια ώρα είχε το παντζούρι του κατεβασμένο και κοιμόταν γιατί τον περίμενε δύσκολη μέρα στη δουλειά. Όμως η επόμενη Δευτέρα θα τον έβρισκε ξαπλωμένο στο κρεβάτι και γι΄αυτό δεν είχε απολύτως κανένα λόγο να βιάσει τον ύπνο του. Χθες απολύθηκε. Όχι επειδή ήταν απείθαρχος ή τεμπέλης. Αντιθέτως ήταν άτομο υπεύθυνο, παραγωγικό και υπερβολικά φιλόπονο. Αυτός ήταν και ο λόγος της απόλυσής του. Ο γρήγορος και ακατάπαυστος ρυθμός εργασίας του διατάραζε το καθεστώς ραθυμίας που επικρατούσε και ανάγκαζε τους συναδέλφους του να εργάζονται κι αυτοί εντονότερα. Γι΄αυτό αποφάσισαν να τον βγάλουν απ΄τη μέση. Δεν ήταν καθόλου δύσκολο για μια συνομωσία νωθρών κομπιναδόρων. Εφόσον ήταν τραπεζικός δημοσίου κι έκανε καθημερινά δεκάδες οικονομικές συναλλαγές μια απρόσεχτη υπογραφή θα μπορούσε να τον στείλει σπίτι του. Εξάλλου ο ενάμισης χρόνος προϋπηρεσίας δεν αρκούσε για να πείσει οποιονδήποτε πως έπεσε θύμα πλεκτάνης.
Έτσι λοιπόν το πρωινό της περασμένης Πέμπτης ένας συνάδελφος τον πλησίασε διακριτικά ενώ αυτός βρισκόταν σε τρομερή σύγχυση πνιγμένος στη δουλειά.
- Σταύρο θέλω δυο υπογραφές εδώ.
- Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή. Άφησε μου τα χαρτιά και θα τα υπογράψω αργότερα.
- Αν μπορείς σε παρακαλώ καν’ το τώρα για να προλάβω να τα στείλω σήμερα στα κεντρικά.
- Περί τίνος πρόκειται ;
- Τυπικά πράγματα, τίποτα σημαντικό, απλώς θέλω να τελειώνω επιτέλους με το θέμα των υπογραφών γιατί εκκρεμούν κι άλλες υποχρεώσεις.
- Εντάξει, εντάξει.
Ένα στιγμιαίο λάθος του κόστισε τη θέση εργασίας του στο δημόσιο, το οποίο υπηρέτησε ενάμιση χρόνο με ακλόνητη αφοσίωση. Θα μπορούσε βέβαια να είχε αποφύγει αυτή την κατάληξη. Αρκεί να έδειχνε τη στοιχειώδη προσοχή που απαιτείται να έχει ένας υπογράφων. Ήταν όμως τελείως ανυποψίαστος. Οι υπογραφές είναι για τους τραπεζικούς ένα καθημερινό φαινόμενο, μια απλή ρουτίνα που καλείσαι να εκτελέσεις σχεδόν άκριτα. Κι έπειτα ήταν άνθρωπος εύπιστος, αφελής, με σκέψη που αδυνατούσε να φανταστεί την κατάστρωση λεπτομερούς σχεδίου εναντίον του. Η αγαθοσύνη αυτή δεν άφηνε περιθώρια επιφυλακτικότητας και γινόταν συχνά αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Ο ίδιος έδειχνε ευκολότερα εμπιστοσύνη παρά καχυποψία. Παρομοίαζε την τελευταία με φαρμάκι που δηλητηριάζει τη σκέψη του ανθρώπου, την αρρωσταίνει και την καθιστά ευάλωτη σε προκαταλήψεις. Φαρμάκι πικρό σαν αλόη, που στάζει αδιάκοπα στη ψυχή και τη ναρκώνει αφού πρώτα φυτρώσει απ΄τις δηλητηριώδεις σταγόνες του μίσος και εμπάθεια.
Όμως οι συνεργάτες του τον είχαν διαβάλλει ξανά στο παρελθόν και δε χωρούσε αμφιβολία πως έτρεφαν δόλιες σκέψεις γι’ αυτόν. Απ΄την πρώτη κιόλας μέρα στη δουλειά κατάλαβε πως η παρουσία του εκεί ήταν ανεπιθύμητη. Θυμάται να τον ζυγώνουν διστακτικά και να συστήνονται με προσποιητή ευγένεια. Ευγένεια ένοχη για παρεξηγήσεις μεγαλύτερες απ’ αυτές που γεννά η άκομψη ευθύτητα και η κυνικότητα. Αν κάποια εικόνα του ’χει μείνει χαραγμένη στη μνήμη από ’κείνη τη μέρα είναι ο τρόπος που τον κοίταζαν. Γνώριζε καλά αυτό το εξονυχιστικό βλέμμα που εξετάζει επίμονα τον άλλον αποφεύγοντας την επαφή με τα μάτια. Ήταν το βλέμμα του ρατσιστή. Το είχε αντικρίσει χιλιάδες φορές στη ζωή του.
«Έπρεπε να ήμουν επιφυλακτικός μαζί τους. Ήταν όλοι τους φίδια, έτοιμα να δαγκώσουν δίχως καμιά αναστολή» κατέληξε. Αρνούταν πεισματικά να συγχωρέσει τον εαυτό του για την αδικαιολόγητη εμπιστοσύνη και την αγαθοπιστία που έδειξε στους συνεργάτες του. Οι έγνοιες τυλίχτηκαν ασφυκτικά γύρω απ΄το στέρνο του το οποίο παλλόταν επί ώρα αγανακτισμένα. Άνοιξε τη μπαλκονόπορτα ψάχνοντας ίσως μια πνοή αισιοδοξίας στο φρέσκο αέρα η οποία θα απάλυνε τον πόνο του. Το φθινοπωρινό ψύχος εισέβαλλε ληστρικά μες το μικρό υπνοδωμάτιο και μαστίγωσε την ιδρωμένη του πλάτη δίχως αυτός να φέρει αντίσταση. Η δροσιά που αφήνει ο κρύος αέρας χτυπώντας ένα ιδρωμένο σώμα είναι πάντοτε απολαυστική. Ήξερε βέβαια πως τα συμπτώματα αυτής της παράδοσης στη στιγμιαία απόλαυση ποικίλλουν. Από απλό κρυολόγημα μέχρι πνευμονία… Η ώρα κυλούσε γρήγορα μα ήταν τόσο αφηρημένος που δεν το αντιλαμβανόταν ακόμη κι αν ο βαρύς λεπτοδείχτης του ρολογιού προσπαθούσε να του το υπενθυμίσει με τους επίμονους χτύπους του. Η ομίχλη αποχωρούσε και το οπτικό πεδίο γινόταν διαυγέστερο. Δειλά δειλά άρχισε να αχνοφαίνεται το λιγδιασμένο σταχτί οδόστρωμα σαν κατακάθι της νεφέλης που ξεχάστηκε για ώρα στο έδαφος της γης. Απ΄την ανατολή ετοιμάζονταν να ξεπροβάλλουν οι πρώτες αχτίδες φωτός. Οι χρυσαφιές ανταύγειες του ήλιου θα ’νακατεύονταν πάλι με το σκούρο μπλε τ’ ουρανού ζωγραφίζοντας μια μελιχρή αυγή· έργο αφηρημένης τέχνης βαμμένο με τα πινέλα της καλλιτέχνιδας φύσης. Στον αέρα η μεθυστική οσμή της αιθάλης που ξεχυνόταν απ΄τις καπνοδόχους της μεγαλούπολης άρχισε να καταπνίγει τη μυρωδιά της νοτιάς. Από μακριά αντηχούσε η σειρήνα ενός περιπολικού. Γινόταν καταδίωξη. Μερικοί σηκώθηκαν απ΄τον ύπνο για να επιβεβαιώσουν πως η πόρτα είναι διπλοκλειδωμένη κι ο σύρτης γυρισμένος. Έξαφνα ακούστηκε ένας πυροβολισμός και τότε όσα παντζούρια είχαν απομείνει μισόκλειστα έπεσαν κι αυτά κροταλίζοντας. Ο Ελευθεριάδης έκλεισε τη μπαλκονόπορτα και τραβήχτηκε πίσω. Δεν αισθανόταν πως κινδύνευε, απλώς ήθελε να γλιτώσει απ΄τη φασαρία. Άλλοτε ίσως να φοβόταν αλλά σήμερα όχι. Κάθισε απότομα στο μικρό του κρεβάτι κάνοντας το σιδερένιο δίχτυ κάτω απ΄το στρώμα να αναστενάξει με τριγμούς. Έτριψε τα μισάνοιχτα μάτια του πασχίζοντας να κρατηθεί ξύπνιος και στήριξε τα χέρια στο παλιό κομοδίνο που βρισκόταν πλάι στο κρεβάτι. Πάνω απ΄το λεπτό σεμεδάκι του κομοδίνου στέκονταν δυο κορνίζες προσώπων. Οι χαμογελαστές μορφές τους ξυπνούσαν ένα έντονο αίσθημα μελαγχολίας. Έβγαλε τις φωτογραφίες με προσοχή απ΄τις θήκες τους και τις φίλησε με νοσταλγία. Τα μάτια αμέσως βούρκωσαν και δάκρυα άρχισαν να διασχίζουν βιαστικά το κοκκινισμένο πρόσωπό του στάζοντας ζεστά στο πάτωμα. Ήταν τα δύο πρόσωπα που σημάδεψαν τη ζωή του, οι άνθρωποι που έδιναν λόγο να συνεχίσει να ζει και ν’ αγωνίζεται.
Ο Σταύρος ήταν αγωνιστής στη ζωή. Δεν του προσφέρθηκε τίποτα απλόχερα. Αντιθέτως, σε κάθε βήμα συναντούσε κι ένα εμπόδιο. Είχε όμως πείσμα έμφυτο κι αξιοζήλευτη επιμονή γι’ αυτό δεν το ’βαζε ποτέ κάτω παρά τις δυσκολίες που ’πεφταν σαν όξινη βροχή διαβρώνοντας τις σκληρές αντοχές του. Ο αστείρευτος ζήλος του για ζωή πήγαζε από ένα μοναδικό σύμπλεγμα της ιδιοσυγκρασίας του. Συνήθιζε να εξυψώνει ένα πρόσωπο και ν’ αντλεί μέσα απ΄αυτό τη δύναμη και το κουράγιο για τη συνέχεια. Γρήγορα όμως αυτός ο θαυμασμός μετουσιωνόταν σε εμμονή με αποτέλεσμα να χάνει την ατομικότητά του.
Τις μάχες στη ζωή τις έδωσε μόνος. Ζητούσε όμως πάντα κάποιον στο πλευρό του για να τις μοιραστούν. Τώρα πια η προσδοκία ενός συντρόφου είχε χαθεί γιατί οι άνθρωποι που αγαπούσε τον αποκλήρωσαν απ’ τη ζωή τους. Ο ένας εδώ και χρόνια κι ο άλλος μόλις πριν λίγες μέρες. Τώρα δεν υπήρχε το αντιστήριγμα της αγάπης κανενός και τα θεμέλια των ψυχικών του δυνάμεων άρχισαν να καταρρέουν. Η κατάρρευση αυτή τον έκανε να συνειδητοποιήσει με τρόμο τη ματαιότητα της ύπαρξής του και την ανυποληψία του μέσα σε μια απρόσωπη και ρατσιστική κοινωνία. Πίστευε ότι οι ευκαιρίες του ν’ αγαπήσει είχαν τελειώσει και μια ζωή χωρίς αγάπη γι’ αυτόν ήταν ανούσια.
Μέσα απ΄το ξύλινο συρτάρι έβγαλε ένα γυαλιστερό περίστροφο. Το αγόρασε παράνομα αυτό τ’ απόγευμα απ ’τη μαύρη αγορά. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρει πωλητή και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Επισκέφθηκε μια κακόφημη γειτονιά, γνωστή για το παράνομο εμπόριό της. Ήταν πρόθυμος να διαθέσει οποιοδήποτε ποσό γι’ αυτήν την αγορά. Ο μαυραγορίτης με τον οποίο συναλλάχτηκε του διευκρίνισε ότι έχει ισχυρές διασυνδέσεις με την αστυνομία και πως καταδίδοντας τον είναι σα να υπογράφει τη διαθήκη του. « Την έχω ήδη υπογράψει » ψιθύρισε αυτός μυστηριακά. Περιεργαζόταν για ώρα το όπλο ενώ βυθιζόταν σε σκέψεις. Οι γρατζουνιές και το φαγωμένο χρώμα της κάννης μαρτυρούσαν παρά το γυάλισμά του πως ήταν μεταχειρισμένο. Άραγε από ποια χέρια να είχε περάσει και πώς χρησιμοποιήθηκε ; Καλύτερα να μη το μάθαινε ποτέ. Πήρε μια βαθειά ανάσα και πλησίασε το όπλο στο κεφάλι. Το μεταλλικό άγγιγμα της κρύας κάννης έκανε τα μηλίγγια του να σφίξουν νευρικά στην αναμονή του δυνατού πόνου. Κρύος ιδρώτας άρχισε να λούζει το κεφάλι του και να κυλά ακολουθώντας τα μικρά αυλάκια των δακρύων στο πρόσωπό του. Στις φτέρνες των ποδιών ένα ελαφρό μούδιασμα μετάλλαξε σε ρίγος που διαπέρασε σύγκορμο το σώμα του κάνοντας το να κλυδωνίζεται. Το ορμέμφυτο της επιβίωσης τον γέμιζε με φόβο και εμπόδιζε την αυτοκτονία. Πώς όμως έφτασε μέχρι αυτό το σημείο ; Πώς αυτός ο πολεμιστής της ζωής κατέληξε να παραδώσει τα όπλα ;
Πέταξε κάτω το περίστροφο και χτύπησε δυνατά το κομοδίνο εκνευρισμένος με τη λιποψυχία που έδειξε. Ήθελε να δώσει ένα οριστικό τέλος στα βάσανά του και ν’ αναπαυθεί, να γλιτώσει απ΄την επίμοχθη ζωή του, αλλά δεν έβρισκε ακόμα την ψυχική δύναμη για να το κάνει. Οι κορνίζες έπεσαν στο πάτωμα σκορπώντας τριγύρω εκατοντάδες μικροσκοπικά θρύψαλα. Γονάτισε αμέσως μετανιωμένος και γεμάτος ανησυχία μήπως κάποια φωτογραφία είχε σχιστεί. Ευτυχώς δεν είχαν φθαρεί. Η προσωρινή ανακούφιση που ένιωσε γλύκανε κάπως το δυσβάσταχτο πόνο του. Στα δυο τρεμάμενα του χέρια κρατούσε τώρα την φωτογραφία ενός μελαψού άντρα. Το πρόσωπο του ήταν ρικνό, εμφανώς ταλαιπωρημένο απ΄τις κακουχίες του καιρού. Τα μαλλιά του άσπρα γερασμένα, σκούπιζαν τον ελάχιστο ιδρώτα που ο φακός αποθανάτισε να στάζει στο μέτωπο. Το στυφό και ζόρικο χαμόγελό του έμοιαζε με μάσκα που έκρυβε ένα μόνιμο παράπονο. Μάτια καστανόχρωμα αμυγδαλωτά γεμάτα θλίψη, με βλέφαρα που κρέμονταν βαριά και μαρτυρούσαν εξάντληση. Ήταν ο πατέρας του. Ο άνθρωπος που τον ανέθρεψε με κόπο τα πρώτα χρόνια της ζωής του.
Τη μητέρα του δεν τη γνώρισε ποτέ. Παράτησε το νεογέννητο γιο της και τον πατέρα του αμέσως μετά τον τοκετό και δεν επέστρεψε ποτέ πίσω. Η πρώτη αυτή εγκατάλειψη που βίωσε, αν και σε βρεφική ηλικία, του κληροδότησε ένα ισχυρό αίσθημα ανασφάλειας και μοναξιάς που τον συνόδευε εδώ και εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια. Είχε σκεφτεί πολλές φορές ν’ αναζητήσει τον άνθρωπο που τον έφερε στη ζωή. Ήθελε ν’ αντικρίσει τη μορφή της και να τη σφίξει στην αγκαλιά του ζητώντας το λόγο που τον εγκατέλειψε πρόθυμος να τη συγχωρέσει. Το συναισθηματικό κενό που άφησε η έλλειψη της μητρικής στοργής παρέμενε πάντα μια ανοιχτή πληγή γι’ αυτόν. Όταν ήταν μικρότερος συνήθιζε να ρωτά τον πατέρα του που βρίσκεται η μαμά του. « Η μαμά σου είναι πολύ μακριά, δεν μπορούμε να τη συναντήσουμε. » του έλεγε αμήχανος κι έπειτα προσπαθούσε με τεχνάσματα ν’ αλλάξει το θέμα της συζήτησης. « Θα γυρίσει ποτέ ; » επέμενε ο μικρός Σταύρος δίχως να πέφτει στην παγίδα του πατέρα του. « Ίσως » του απαντούσε εκείνος μονολεκτικά με ύφος αυστηρό αναγκάζοντας τον να σταματήσει να ρωτάει γι’ αυτήν αλλά όχι και να σταματήσει να τη σκέφτεται. Αργότερα, όταν είχε ωριμάσει αρκετά, ο πατέρας αποφάσισε να του μιλήσει για τη σχέση του με τη μητέρα και να του εξηγήσει το λόγο που τους εγκατέλειψε.
Η μέρα της γεννήσεώς του ήταν κωμικοτραγική. Τα νερά της μητέρας έσπασαν πρόωρα ενώ βρισκόταν στο σπίτι της στο χωριό. Το πρόβλημα ήταν πως στην αραιοκατοικημένη εκείνη περιοχή δεν υπήρχε νοσοκομείο και το κοντινότερο κέντρο υγείας απείχε τουλάχιστον δέκα χιλιόμετρα. Ο σύζυγος, ο οποίος ήταν δάσκαλος, ειδοποιήθηκε γρήγορα από σταθερό τηλεφώνημα στο σχολείο κι έφτασε κατευθείαν εκεί. Δίχως να έχει άλλη επιλογή την επιβίβασε στα πίσω καθίσματα της μερσεντές του, μοντέλο του 85΄ που κόστιζε μια περιουσία για ’κείνη την εποχή.
- Κώστα γεννάω !
- Κάνε υπομονή γυναίκα σ’ ένα τέταρτο από τώρα θα ’μαστε κει.
- Πόση υπομονή να κάνω ακόμα ; Δέκα ολόκληρους μήνες ζούμε σ’ αυτό τ’ αναθεματισμένο χωριό που είναι αποκομμένο απ΄τον υπόλοιπο κόσμο!
- Αφού σου υποσχέθηκα πως θα μείνουμε εδώ μονάχα για ένα χρόνο, μέχρι να πάρω την προϋπηρεσία και να μπω στο υπουργείο. Δεν είναι ώρα όμως για τέτοιες συζητήσεις!
- Μη μου μιλάς άλλο! Με τα λεφτά που στάξαμε μπορούσες ν’ αναγκάσεις τον ηλίθιο το Γεωργίου να σε διορίσει στο υπουργείο κατευθείαν.
- Γιατί το συνεχίζεις τώρα ; Αφού ξέρεις πως κρατάει πάντα πισινή πριν κάνει τις βρωμοδουλειές του. Ήθελε την προϋπηρεσία για παν ενδεχόμενο.
- Κι εσύ σκέφτηκες αποκλειστικά τον εαυτό σου, γι’ αυτό και δέχτηκες να δουλέψεις εδώ αφήνοντας μια έγκυο γυναίκα ολομόναχη στο σπίτι, μακριά απ΄την πόλη και τους γιατρούς!
Καθώς έσκουζε η φωνή της βράχνιαζε κι αποκτούσε τόνο αποκρουστικό ενώ οι πόνοι της κοιλιάς γίνονταν όλο και πιο ισχυροί. Η αναπνοή της πολλές φορές κοβόταν απότομα και το αναψοκοκκινισμένο πρόσωπό της έλουζε άφθονος ιδρώτας που χυνόταν σα νερό απ΄τους πόρους της κεφαλής της. Έπρεπε να ξεθυμάνει και να χαλαρώσει το σώμα της ειδάλλως έθετε σε κίνδυνο το παιδί και τον εαυτό της αλλά εκείνη συνέχιζε την ανόητη γκρίνια και τους παράλογους ονειδισμούς της.
- Η ζηλοφθονία σου μ’ ανάγκασε ν’ αφήσω για ένα χρόνο το σπίτι στην Εκάλη και να ζήσω μαζί σου σ’ αυτό το αχούρι. Τώρα εξαιτίας σου θα γεννήσω σε κέντρο υγείας· όταν γυρίσουμε στη πόλη θα γίνω ο περίγελος της γειτονιάς! Κάνε γρήγορα, δεν αντέχω άλλο!
- Βάστα γυναίκα φτάνουμε, λίγο ακόμα!
Σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής ο σύζυγος ανεχόταν αγόγγυστα τις επικρίσεις και τα υστερικά ξεσπάσματα της γυναίκας, τα οποία σταμάτησαν μόνο αφού έφτασαν στο κέντρο υγείας. Καθώς εκείνη αδυνατούσε να βαδίσει οι γιατροί την έβαλαν προσεκτικά σε φορείο. Οδηγήθηκε μες το ιατρείο. Χρειάστηκε αρκετή ώρα μέχρι να την ξαπλώσουν στην κλίνη γιατί η παραμικρή κίνηση την έκανε να πλαντάζει στον πόνο. Το θέμα της γέννησης δεν ήταν τόσο απλό όσο αρχικά πίστευαν. Οι άπειροι γιατροί του κέντρου έρχονταν αντιμέτωποι με μια πρωτόγνωρη κατάσταση. Κοιτούσαν σαστισμένοι την ετοιμόγεννη γυναίκα που βογκούσε δίχως να είχαν ιδέα πως έπρεπε να δράσουν. « Τι κοιτάτε ; » φώναζε εξοργισμένος ο σύζυγος. « Κάντε κάτι, η γυναίκα μου γεννάει !». Ένας ειδικευόμενος νεαρός λοιπόν τόλμησε να πάρει την πρωτοβουλία κι ανέλαβε το ρόλο του συντονιστή αρχίζοντας να δίνει οδηγίες στους συναδέλφους και στην ετοιμόγεννη. Εκείνη τη στιγμή, δύσκολα μπορούσε να συμπεράνει κανείς αν ήταν μεγαλύτερη η ταραχή της γυναίκας και του άνδρα της ή αυτή των γιατρών. Ο αρχάριος γιατρός κρατούσε τα πόδια της ανοιχτά κι επαναλάμβανε συνεχώς τις κλασικές και αυτονόητες οδηγίες : « Χαλάρωσε, πάρε βαθιά ανάσα, μπράβο, τώρα σπρώξε! » Οι υπόλοιποι γιατροί είχαν περικυκλώσει αμήχανοι την επίτοκη και σκούπιζαν το καταϊδρωμένο απ΄το ζόρι πρόσωπό της. Ο σύζυγος της καθόταν δίπλα κρατώντας της σφιχτά το χέρι κι εμψυχώνοντάς την.
- Πονάω Κώστα !
- Μην ανησυχείς αγάπη μου, όλα θα πάνε καλά.
- Κώστα θα πεθάνω απ’τον πόνο.
- Δεν θα πάθεις τίποτα Μαίρη, είμαι εγώ εδώ. Γιατρέ κάνε κάτι !
Πέρασε αρκετή ώρα αποτυχημένων προσπαθειών ενώ το μωρό αρνούταν πεισματικά ν’ αποχωριστεί το ασφαλές καταφύγιο στη κοιλιά της μητέρας και να ’ρθει στον άγνωστο κόσμο των ανθρώπων. Λες κι ήξερε από τότε πως ο κόσμος τούτος δεν του ταίριαζε... Σιγά σιγά το χέρι της εξουθενωμένης γυναίκας, που είχε μπηγμένα τα δάχτυλά της στο μπράτσο του συζύγου της, άρχισε να χαλαρώνει ώσπου τελικά αφέθηκε κι έπεσε. Η αγωνία για την κατάσταση της εντεινόταν καθώς η γέννα καθυστερούσε υπερβολικά. Αφιέρωνε τώρα τις εναπομείνασες δυνάμεις της στο να σπρώξει και ν’ απομακρύνει απ΄το σώμα της το μωρό. Τα δακρυσμένα απ΄τον πόνο μάτια της είχαν ανοίξει διάπλατα με διεσταλμένες κόρες που έδιναν στο πρόσωπο της έκφραση τρόμου και θαυμασμού. Ξαφνικά, εκεί που κάθε προσπάθεια έμοιαζε καταδικασμένη σ’ αποτυχία, ο γιατρός φώναξε ενθουσιασμένος ότι ξεπρόβαλε το κεφάλι του παιδιού. Το ηθικό της γυναίκας τότε αναπτερώθηκε κι ανέκτησε απευθείας όλες τις χαμένες δυνάμεις της αρχίζοντας να σπρώχνει ακόμη δυνατότερα. Όση ώρα το μωρό έβγαινε απ΄το σώμα της ο Κώστας την κοίταζε κατάματα και την ενθάρρυνε χωρίς να στρέψει στιγμή το βλέμμα του αλλού. Τελικά η γέννα ολοκληρώθηκε με επιτυχία. Μητέρα και γιος ήταν αβλαβείς. Όμως η μεγαλύτερη έκπληξη δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί. « Συγχαρητήρια κυρία Μαρία, μόλις αποκτήσατε ένα υγιέστατο αγοράκι! » είπε ο γιατρός. Ο πατέρας γύρισε αγωνιωδώς και αντίκρισε άναυδος το νεογέννητο αγόρι. Στεκόταν ενεός ρίχνοντας ξαφνικές κι απότομες ματιές μια σ’ αυτό και μια στη μητέρα του.
- Είναι μαύρο. Γιατί είναι μαύρο ; Γιατρέ, έτσι γεννιούνται τα παιδιά ;
- Ναι, Κώστα μου, έτσι γεννιούνται, μελανά.
- Εσύ βούλωστο! Γιατρέ απάντησε μου γιατί είναι μαύρο σαν κατράμι ;
Έτσι γεννιούνται τα παιδιά ;
- Δεν μπορώ να σας απαντήσω με βεβαιότητα, πρώτη φορά συμμετέχω σε γέννα.
- Έχεις παιδιά γιατρέ ;
- Μάλιστα, έχω μια κόρη.
- Κι αυτή έτσι ήταν όταν γεννήθηκε ; Μαύρη ;
Ο γιατρός δίσταζε να του απαντήσει. Γνώριζε πως το παιδί αυτό δεν μπορούσε σε καμιά περίπτωση να ’ταν δικό του. Ο λόγος ήταν προφανής : το παιδί ήταν μελαψό ενώ η γυναίκα κι ο σύζυγος ασπριδεροί. Η πρώτη κοίταζε κατάματα το γιατρό με όψη δεητική εκλιπαρώντας αθόρυβα ν’ απαντήσει καταφατικά στην ερώτηση του άντρα της. « Τι να σας πω κύριε Κώστα, πάει καιρός, δε μπορώ να θυμηθώ». Εκείνη τη στιγμή ο Κώστας μεταμορφώθηκε κυριολεκτικά σ’ άλλο άτομο. Ο ήρεμος αυτός ανθρωπάκος έγινε τώρα έξαλλος. Πέταξε σα λυσσασμένος σκύλος τα δόντια έξω απ΄το στόμα αρχίζοντας να ουρλιάζει και να βωμολοχεί. Το πρόσωπό του πήρε βλέμμα αγριεμένο, πρωτόγονο, ενώ τα δάχτυλά του δίπλωσαν σε σφιχτές γροθιές που έτρεμαν νευρικά. Καθώς ο νους του είχε θολώσει, διέλυε ότι έβρισκε μπροστά του δίχως κανείς να τολμήσει να σταθεί εμπόδιο στην οργή του. Ύστερα γύρισε και κοίταξε με απειλητικό ύφος τη γυναίκα.
- Μωρή σκρόφα, πήγες με τον Αιγύπτιο ;
- Κώστα πρέπει να μ’ αφήσεις να σου εξηγήσω…
- Πώς τόλμησες να μ’ απατήσεις ; Θα σε σκοτώσω μωρή πουτάνα !
Τα δυο του χέρια τυλίχτηκαν σαν φίδια γύρω απ΄τον λεπτοκαμωμένο λαιμό της σφίγγοντας την αλύπητα και μανιωδώς. Η καταβεβλημένη γυναίκα αδυνατούσε να φέρει οποιαδήποτε αντίσταση. Τα μάτια της γούρλωσαν κατευθείαν· το σώμα της έγειρε προς τα πίσω ανίσχυρο και παραδομένο. Χρειάστηκε να επέμβουν οι γιατροί για να εκτοπιστεί ο αλλόφρων άνδρας που έσφιγγε ανελέητα τη λεχώνα σύζυγό του κοντεύοντας να την πνίξει. Μετά από λίγη ώρα τα πνεύματα τελικά ηρέμησαν. Σ’ αυτό συνέβαλε και η δόση ηρεμιστικού που χορήγησαν στον Κώστα οι γιατροί. Επικράτησε ψυχραιμία. Η γυναίκα ξεπέρασε γρήγορα το σοκ που υπέστη, αντιλαμβανόμενη πως έπρεπε να επινοήσει διάφορα εύσχημα προσχήματα πλάθοντας μια καλοστημένη ιστορία, ικανή να τιθασεύσει το θυμό του άντρα της. Αφού αξιοποίησε τη γυναικεία τέχνη του μηχανεύματος, η οποία συνθέτει με φαντασία αναρίθμητες ανυπόστατες δικαιολογίες δημιουργώντας μια αδαμάντινη αλήθεια, κατάφερε να πείσει το σύζυγό της πως την νύχτα εκείνη της απιστίας ήταν τυφλωμένη απ΄το μεθύσι κι είχε χάσει τα λογικά της.
- Συγχώρεσε με Κώστα, δεν ήξερα τι έκανα.
- Και τι θα κάνουμε τώρα με το μούλικο ; Εγώ ξένο παιδί στην οικογένειά μου δε θρέφω. Να τ’ αφήσεις στο πατέρα του.
Έτσι κι έγινε. Όση ώρα οι γιατροί καθάριζαν και τύλιγαν σε σπάργανα το νεογέννητο μωρό ο άντρας πήρε στην αγκαλιά τη κατάκοπη γυναίκα του, λερωμένη όπως ήταν, και την οδήγησε βιαστικά στ’ αμάξι. Ένας γιατρός τους διέκρινε ενώ έφευγαν κι έσπευσε να τους προειδοποιήσει πως η μετακίνηση της λεχώνας ήταν άκρως επικίνδυνη για την υγεία της. Αυτός όμως αγνόησε τα λόγια του κι έβαλε μπροστά τη μηχανή. Από τότε κανείς δεν έμαθε νέα για το αντρόγυνο. Η ντροπή τους εξώθησε να μετακομίσουν μακριά για να γλιτώσουν απ’ το κοινωνικό στιγματισμό. Η μητέρα εγκατέλειψε ανενδοίαστα το μικρό νεογέννητο αγόρι σα να μην ήταν ποτέ δικό της. Σα να μη βγήκε ποτέ από τα σπλάχνα της… Στη κλίνη όπου γεννήθηκε το μωρό ήταν αφημένο ένα χαρτί στο οποίο ήταν γραμμένο τ’ όνομα του αληθινού πατέρα.
Το μωρό μεταφέρθηκε στο πλησιέστερο νοσοκομείο για να μπει σε θερμοκοιτίδα. Ο πατέρας ειδοποιήθηκε το ίδιο βράδυ για τη γέννηση του παιδιού. Οι γιατροί επέμεναν με βεβαιότητα ότι το μωρό ήταν δικό του αλλά εκείνος ήταν δύσπιστος κι αρνιόταν ν’ αναγνωρίσει τη κηδεμονία του δίχως απτές αποδείξεις. Τελικά οι αμφιβολίες για την πατρότητά του καταπνίγηκαν όταν ενημερώθηκε απ΄τους γείτονες πως η Μαρία, η έγκυος γυναίκα με την οποία είχε συνευρεθεί κρυφά πριν περίπου εννιά μήνες, εγκατέλειψε με οδύνες τοκετού το σπίτι και γέννησε - σύμφωνα με μια είδηση που την επιβεβαίωναν κι οι γιατροί - ένα μελαψό αγοράκι. Το παιδί αυτό δεν μπορούσε παρά να ήταν δικό του. Αναγνώρισε λοιπόν τη κηδεμονία του κι ανέλαβε υπεύθυνα το χρέος του σαν πατέρας να αναθρέψει το παιδί. Στην ανατροφή αυτή τροχοπέδη στάθηκε η δυσχερής έως άθλια οικονομική του κατάσταση. Δούλευε ως εργάτης και καταπιανόταν με κάθε είδους χειρωνακτική εργασία στο χωριό. Σκάψιμο, στρώσιμο τσιμέντου και χτίσιμο ήταν οι πιο συνηθισμένες δουλειές που έκανε με αντάλλαγμα ένα πενιχρό και ντροπιαστικό μεροκάματο. Τα χρήματα που έπαιρνε δεν επαρκούσαν για να συντηρήσει το γιο του. Γι’ αυτό έπρεπε να βρει παράλληλα μια νέα δουλειά ώστε να εξασφαλίσει την ανατροφή και την προστασία του μικρού του παιδιού. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες όμως ο πατέρας δεν αισθάνθηκε ποτέ το παιδί του σαν άχθος στην πλάτη του. Μπορεί να κόπιαζε περισσότερο θυσιάζοντας και τις ελάχιστες ώρες ξεκούρασης που διέθετε, μπορεί να εξαντλούσε τις αντοχές του και να πιλάτευε το καταπονημένο του σώμα αλλά το παιδί γι’ αυτόν ήταν ένα απρόσμενο και θείο δώρο. Δεν ένιωσε μήτε στιγμή δεσμευμένος απ΄την παρουσία του. Απεναντίας η συντροφιά εκείνου πλημμύριζε μ’ ευτυχία κι αγαλλίαση την καρδιά του. Η ζωή του απόκτησε νόημα. Μαζί με το γιο γεννήθηκε κι ένα αγνό συναίσθημα αγάπης μες τη ψυχή του πατέρα που γέμισε την ασπρόμαυρη καθημερινότητά του με χρώματα αισιοδοξίας.
Το μωρό μεγάλωσε γρήγορα και βγήκε απ’ το νοσοκομείο. Εντωμεταξύ ο πατέρας κατόρθωσε να βρει δεύτερη δουλειά. Τα μεσημέρια αναλάμβανε εργασίες στις αυλές των συγχωριανών και τ’ απογεύματα δούλευε στα χωράφια του νέου του αφεντικού. Η χρονοβόρα εργασία του καθιστούσε αναγκαία τη διάθεση της φύλαξης του μωρού. Το μοναδικό άτομο που προσφέρθηκε να φροντίσει το παιδί ήταν η Μανωλού, μια χήρα γριά, εύστροφη μεν για την ηλικία της πλην όμως πανούργα και συμφεροντολόγα. Η πονηρή αυτή χήρα γνώριζε πως κανένας άντρας μες το χωριό δεν θ’ άφηνε τη γυναίκα του να επιμεληθεί το παιδί του Αιγυπτίου. Το περιστατικό της γέννας ήταν αρκετό για να πυροδοτήσει μια σειρά ασύδοτων συκοφαντιών εναντίον του και να βαφτιστεί γυναικοθήρας. Καθώς η χήρα είχε επίγνωση αυτής της κατάστασης ζήτησε ως ανταμοιβή της προστασίας του μωρού ολόκληρο το δεύτερο μισθό του. Εκείνος δίχως να έχει άλλη επιλογή δέχτηκε τη συμφωνία.
Η φύλαξη όμως ήταν μόνο μια πτυχή του προβλήματος της ανατροφής. Το μωρό είχε ανάγκη να τραφεί με γάλα κι ο πατέρας έπρεπε επειγόντως να βρει μια λύση. Δίχως να είχε άλλη επιλογή πήγαινε από σπίτι σε σπίτι έχοντας το μωρό αγκαλιά κι αναζητώντας απεγνωσμένα μια έγκυο ή μια λεχώνα πρόθυμη να το βυζάξει. Οι ικεσίες του όμως δεν κατάφεραν να συγκινήσουν τις σκληρές καρδιές των συγχωριανών. Όσες φορές κι αν παρακάλεσε τις γυναίκες για βοήθεια οι οικοδεσπότες τον έδιωχναν μ’ απειλές φοβούμενοι πως ήταν ικανός να κλονίσει τις συζυγικές τους σχέσεις. Οι προσπάθειες του εξαντλήθηκαν κι αποδείχτηκαν ατελέσφορες. Ακόμη κι αν το μητρικό ένστικτο προκαλούσε τη συμπόνια και τον οικτιρμό των γυναικών ο αυταρχισμός των ανδρών τις απαγόρευε να προσφέρουν τη βοήθειά τους. Όλοι οι άλλοι κάτοικοι σιωπούσαν μπροστά σ’ αυτό το έγκλημα αδιαφορίας που διέπρατταν οι οικοδεσπότες σε βάρος ενός μωρού παιδιού, την αθώα ψυχή του οποίου δεν είχε προλάβει ακόμη να μαγαρίσει η ανθρώπινη κακία. Το σπαρακτικό του κλάμα δυνάμωνε συνεχώς με την ελπίδα πως θα έβρισκε ανταπόκριση και θ’ άγγιζε κάποια ευαίσθητη ανθρώπινη χορδή μέσα σ’ ένα κόσμο σκληρότητας κι αναλγησίας. Πέρασαν δύο μέρες και το παιδί παρέμεινε νηστικό σιγοσβήνοντας στην αγκαλιά του πατέρα του. Το πρόσωπό του έγινε ωχρό, τα λεπτά του χείλη μελάνιασαν, ζάρωσαν και τραβήχτηκαν μες το στόμα. Η φωνή του είχε κλείσει και δεν μπορούσε πια να κλάψει. Έβγαζε μόνο μια ανατριχιαστική βραχνάδα που ηχούσε σαν ξεψύχισμα. Το μέτωπό του ζεματούσε και το λεπτοφυές σώμα του κλυδωνιζόταν από απότομους σπασμούς. Ήταν παιδί λυμφατικό γι’ αυτό και η αφαγία διατάραξε αμέσως τη λεπτή ισορροπία της υγείας του και το ’κανε ν’ αρρωστήσει. Όλες οι προσπάθειες του πατέρα για να θραφεί το μωρό ήταν ανώφελες. Η δεύτερη μέρα αναζήτησης πέρασε κι ο ήλιος θλιμμένος αποχώρησε νωχελικά στη δύση ρίχνοντας ρόδινες αχτίδες παρηγοριάς προτού κρυφτεί πίσω απ’ της κορυφογραμμές των βουνών. Απλώθηκε πυκνό σκοτάδι που έπνιξε και τις στερνές κουβέντες των γεροχωριατών οι οποίοι σύχναζαν έως αργά στο καφενείο της μικρής πλατείας. Όλοι επέστρεψαν γλαρωμένοι στα σπίτια τους για να κοιμηθούν ανοίγοντας πρώτα τα παραθυρόφυλλα γιατί ο συγκερασμός καλοκαιρινής ζέστης και άπνοιας που επικρατούσε έκανε την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Ο ομιχλώδης ουρανός ασάλευτος, με μια κυρτή ασημένια γραμμή για φεγγάρι στα δεξιά σαν σπασμένο κοντύλι, το χωριό ναρκωμένο απ’ την αφόρητη ζέστη και την αταραξία του αέρα, η σιωπή αδιόρατα απλωμένη ολόγυρα να σπέρνει τρομαχτική ηρεμία η οποία ανάδευε άρωμα νέκρας και γαλήνης. Νύχτα στεναχτική, νύχτα πένθιμη. Τα μεσάνυχτα ένας νεαρός δάσκαλος – που έλειπε για μικρό χρονικό διάστημα απ’ το χωριό - αντίκρισε τον πατέρα γονατισμένο σε κάποιο πέτρινο σοκάκι να κρατά ανέλπιδος πια το κοιμισμένο μωρό στην αγκαλιά του θωπεύοντας το απαλό δέρμα του προσώπου του. Απ’ τις αραιές τρίχες του κεφαλιού του, το οποίο θαρρεί κανείς πως ήταν στην αφή του μαλακό σαν πηλός, χύθηκε λίγος ιδρώτας, ένδειξη μάλλον πως έπεφτε ο πυρετός. Ο πατέρας όμως δεν έτρεφε άλλες ελπίδες για τη σωτηρία του παιδιού του. Η απελπισία κι ο αβάσταχτος πόνος συνταιριασμένος με την αγρυπνία τον έφεραν σε παραλήρημα. Έκλεγε δυνατά κι ολοφυρόταν, γελούσε νευρικά και παραμιλούσε, κόντευε μ’ άλλα λόγια να διαπεράσει ανέκκλητα τη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τα όρια τρέλας και λογικής. Ο δάσκαλος τον πλησίασε. Είδε το κεφάλι του μωρού να γέρνει ταλαίπωρο προς την πλάτη του και το πρησμένο στόμα του να κρέμεται ανοιχτό. Ανέπνεε κοφτά με δυσφορία, δίχως να λαμβάνει κάθε φορά τις ίδιες ποσότητες αέρα. Η καχεξία του σώματος μαζί με τη νηφαλιότητα του χλωμού προσώπου έδιναν την εντύπωση παραίτησης και υποταγής στο θάνατο.
- Ακίλ εσύ είσαι ; Tι γυρεύεις τέτοια ώρα μες τα σκοτάδια άνθρωπέ μου ; Για όνομα του θεού εσύ είσαι ράκος! Μαύρο χάλι! Και το μωρό; τίνος είναι το μωρό που κρατάς ;
Ο πατέρας έλεγε συνεχώς ασυναρτησίες, μπέρδευε τη γλώσσα του, περιέπλεκε λέξεις ελληνικές με αιγυπτιακές καθώς και με άλλες ανύπαρκτες που γεννοβολούσε το σκοτεινιασμένο μυαλό του. Μέσα απ’ τα παραληρηματικά του λόγια, τα οποία συνοδεύονταν από σπασμωδικές κινήσεις του σώματος θυμίζοντας αρχέγονη διάλεκτο, ο δάσκαλος διέκρινε τον Ακίλ να αναφέρει πως το παιδί ήταν δικό του. Βέβαια, στην κατάσταση τρέλας στην οποία βρισκόταν τα λόγια του περισσότερο με φαντασιοπληξίες έμοιαζαν παρά με αληθινά. Η ομοχρωμία όμως του δέρματός τους τα επαλήθευε ως ένα βαθμό. Ο δάσκαλος, Στέλιος Αργυρόπουλος στο όνομα, ανακάλεσε τότε στη μνήμη του μια σύντομη συζήτηση που είχε κάνει με τον Ακίλ πριν φύγει απ’ το χωριό. Εκείνος του είχε ανακοινώσει με ασυγκράτητη χαρά και πρόσωπο ζωγραφισμένο με τόνο υπέρμετρης ευτυχίας πως θα έπαιρνε σύντομα το γιο του απ’ το νοσοκομείο της πόλης. Συνδύασε λοιπόν τα γεγονότα και κατέληξε πως πράγματι το μωρό ήταν δικό του. Έμελλε όμως να διαγνώσει άμεσα το πρόβλημα του καθώς αυτό φαινόταν πως εγκατέλειπε, όσο κυλούσε ο χρόνος, τη μάχη με τη ζωή. Πήρε προσεκτικά το παιδί απ’ την αγκαλιά του πατέρα, τσίμπησε ελαφρά τα μικροκαμωμένα χέρια του κι άνοιξε τα σφαλισμένα του βλέφαρα. Εκείνο βρισκόμενο σε λήθαργο δεν αντιδρούσε σε κανένα ερέθισμα. Θα έπαιρνε όρκο κανείς πως είχε πεθάνει αν οι χτύποι της καρδιάς του και η κοφτή, ακανόνιστη ανάσα του δεν πρόδιδαν ότι ήταν ζωντανό. Τότε ο Στέλιος στράφηκε ξανά στον πατέρα.
- Ακίλ άκουσε με προσεχτικά. Πρέπει να συνέλθεις. Αν μου πεις τι έχει το μωρό σου θα βοηθήσω να γίνει καλά. Ηρέμησε και πες μου τι έπαθε το παιδί σου.
Ο Ακίλ δεν είχε ανακτήσει ακόμα ούτε τη ψυχραιμία ούτε τη λογική του ενάργεια· ο νους του παρέμενε καταχνιασμένος. Καταλάβαινε - αν και μετά βίας - τα λόγια του δασκάλου αλλά η τρομερή σύγχυση κι ο συσκοτισμός του μυαλού δεν του επέτρεπαν ν’ ανταποκριθεί. Ο Στέλιος απ’ την άλλη έκρινε αναγκαίο να μεταφέρει άμεσα το μωρό στο νοσοκομείο αλλά φοβούμενος την αντίδραση του πατέρα δεν αποπειράθηκε ούτε στιγμή να το κάνει. Ήταν πολύ πιθανό στην παρούσα κατάσταση να παρανοήσει τα κίνητρα του και να επιτεθεί υπερασπιζόμενος το παιδί του. Δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Εντωμεταξύ κάθε λεπτό αδράνειας που περνούσε δυσχέραινε την κατάσταση της υγείας του μικρού αγοριού και λιγόστευε τις ελπίδες για επιβίωση. Πολυτέλεια για χάσιμο χρόνου δεν υπήρχε. Η μοίρα του μωρού κρινόταν απ’ το αν ο πατέρας του κατάφερνε εγκαίρως να διώξει τα σύννεφα παραφροσύνης απ’ τη θολή του σκέψη απαντώντας με σύνεση στο δάσκαλο.
- Το χάνω το παιδί μου κύριε Στέλιο. Είναι νηστικό δυο μέρες και πρέπει να πιει γάλα αλλά δεν δέχεται καμιά να το θηλάσει. Κάνε κάτι σε παρακαλώ !
Ο Στέλιος δε καθυστέρησε μήτε λεπτό. Η σκέψη του κινήθηκε αστραπιαία αναζητώντας μια διέξοδο στο φαινομενικά άλυτο πρόβλημα. « Μείνε εδώ που είσαι, θα γυρίσω πίσω σε δέκα λεπτά » δήλωσε κι έφυγε τρέχοντας. Πράγματι μετά από λίγη ώρα επέστρεψε λαχανιασμένος έχοντας μια μεγάλη στάμπα ιδρώτα στη φανέλα του. Τα βλέφαρά του πετάριζαν ενοχλημένα απ’ την αλμύρα που άφηνε στα μάτια ο ιδρώτας ενώ η καρδιά του κλωτσούσε βαρύγδουπα στο στήθος γεμάτη αγωνία. Στο αριστερό του γόνατο ανάβλυζε αίμα από μια φρέσκια πληγή. Πρέπει να σκόνταψε στο λιθόστρωτο καθώς έτρεχε βιαστικά μες το σκοτάδι. Ζύγωσε κατευθείαν το μωρό. Κρατούσε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι με στενό στόμιο το οποίο περιείχε γάλα γαίας, το πλησιέστερο γάλα, όπως είχε ο ίδιος κάποτε διαβάσει, στο μητρικό.
- Πώς θα χωνέψει γάλα ζώου κύριε Στέλιο ; Χρειάζεται να πιει ανθρώπινο. Να το πάμε στο νοσοκομείο όσο ακόμα είναι καιρός.
- Το νοσοκομείο είναι μακριά Ακίλ κι ο χρόνος μας βιάζει. Έχε μου εμπιστοσύνη, ξέρω τι κάνω.
Πλησίασε το μπουκάλι στο στόμα του παιδιού κι έριξε για αρχή φειδωλά λίγες σταγόνες. Τότε συνέβη κάτι απρόσμενο. Το παιδί άνοιξε μεμιάς τα στρογγυλά του μάτια διάπλατα κι άρχισε να ρουφά λαίμαργα το άνοστο κατσικίσιο γάλα. Έπινε ακατάπαυστα έχοντας γραπώσει γερά με τα λεπτεπίλεπτα δάχτυλά του το γυάλινο μπουκάλι. Άσβεστη δίψα, όμοια μ’ αυτή ενός νεροκαμένου στην έρημο ο οποίος την ύστατη στιγμή ανακαλύπτει πηγή τρεχούμενων υδάτων. Κι όση ώρα έπινε με βουλιμία το γάλα το πρόσωπό του ανακάρωνε, έβρισκε πάλι το χαμένο σφρίγος και την παιδική του αύρα, ξεχείλιζε από ζωντάνια. Η ιδέα του Στέλιου αποδείχτηκε θαυματουργή. Το εξασθενημένο νεογνό κατάφερε να κερδίσει τη μάχη με το θάνατο. Πατέρας και δάσκαλος αγκαλιάστηκαν με δάκρυα χαράς κι ανακούφισης.
Ο πυρετός έπεσε και το μωρό συνήλθε. Από κείνη τη μέρα το τάισμα με γάλα γαίας καθιερώθηκε κι έδωσε μόνιμη λύση στο θέμα της διατροφής του. Όσο για τη φύλαξη, την ανέλαβε η Μανωλού η οποία καρπωνόταν με αναισθησία στυγνού εκμεταλλευτή το μισό εισόδημα του πατέρα. Οι μέρες πέρασαν γρήγορα και αδιάκριτα σα λεπτά. Το παιδί αναπτύχθηκε, συμπλήρωσε ένα χρόνο ζωής και βαφτίστηκε Σταύρος Ελευθεριάδης. Το επίθετο ήταν της μητέρας του και το όνομα ελληνικό για να τον αντιμετωπίζουν και να τον αισθάνονται όλοι σαν ομοεθνή τους. Ο Σταύρος όμως είχε ήδη δεχτεί από νεογνό τα βάναυσα χτυπήματα του ρατσισμού με την αδιαφορία τον συγχωριανών του όταν αυτός λιμοκτονούσε. Αφού εκείνοι δεν έδειξαν οίκτο για ένα ετοιμοθάνατο μωρό πώς θα έδειχναν ύστερα σεβασμό σ’ ένα παιδί ή σ’ έναν άντρα; Ήταν αδύνατο.


COPYRIGHTSWORLD.COM VERIFICATION BADGE - CLICK TO VERIFY!



2 σχόλια :

humanity είπε...

ΦΙΛΕ ΜΟΥ Crux,..
ΤΟ ΕΧΩ ΞΑΝΑΓΡΑΨΕΙ ΟΤΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΚΑΤΑΓΕΓΡΑΜΜΕΝΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ ΣΟΥ,ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΝΤΑΙ ΔΙΑΜΑΝΤΙΑ!

Η ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ ΣΟΥ ΚΑΙ Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΕΜΒΑΘΥΝΕΙΣ ΣΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΟΥΝ ΤΟ ΠΟΙΟΝ ΕΝΟΣ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΟΥ ΚΑΙ ΒΑΘΕΙΑ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟΥ ΑΤΟΜΟΥ...

ΣΟΥ ΕΥΧΟΜΑΙ,ΑΝ ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΣΙΓΟΥΡΗ,ΟΤΙ ΘΑ ΕΠΙΤΥΧΕΙΣ ΣΤΟΥΣ ΣΤΟΧΟΥΣ ΣΟΥ !
ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΑΛΑ!ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΠΡΟΟΔΟ,ΣΕ Ο,ΤΙ ΕΧΕΙΣ "ΜΑΡΚΑΡΕΙ"!

ΘΑ ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΚΑΙ ΘΑ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΟΥΜΕ...

Crux είπε...

Σκαλιστήρι σου απαντώ με μεγάλη καθυστέρηση λόγω απουσίας μου σε διακοπές.
Ό,τι και να πω πάλι θα είναι λίγο γιατί κάθε φορά με αφοπλίζεις... Σ΄ευχαριστώ αληθινά για τις ευχές σου. Να είστε σίγουροι πως θα επιστρέψω!

ΥΓ. Το διήγημα έχει σχεδόν ολοκληρωθεί. Αφού το κατοχυρώσω πνευματικά θα το δημοσιεύσω ολόκληρο. Στην έκταση έπεσε λίγο έξω τελικά, αυτό που βλέπεις είναι σχεδόν το ένα τρίτο.

Καλή συνέχεια!